Skip to content

Σημαντικά Κρητικού Χορού

  • by



Ο δίσκος της Φαιστού· το πρώτο έντυπο στην παγκόσμια ιστορία

Ο Δίσκος της Φαιστού (που βρέθηκε το 1908 από τον L. PERNIER στον Β.Α. τομέα του ανακτόρου της Φαιστού) με την αποτυπωμένη* γραφή του, μαζί με την επιγραφή σε χαλκό από το Ιδάλιον της Κύπρου, αποτελούν σπουδαιότατα ευρήματα για την ανθρωπότητα και το ελληνικό έθνος. 

Αυτά σε συνδυασμό με την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β από τον “ερασιτέχνη” Μ. Βεντρίς (αρχιτέκτονας στο επάγγελμα) την 1/6/52 που έδωσε ένα ηχηρό ράπισμα σε όλους τους “επιστήμονες” που ήταν απόλυτα σίγουροι πως η Γραμμική Β δεν είναι ελληνική γλώσσα (αφού σύμφωνα με τη θεωρία περί ινδοευρωπαίων οι Ελληνες δεν υπήρχαν (!) τότε) απέδειξαν την αρχαιότητα της ελληνικής γλώσσας. 

Ο Δίσκος της Φαιστού που χρονολογείται στην αρχή των Νεοανακτορικών χρόνων (17ος π.Χ. αιώνας), φέρει σημεία της “ιερογλυφικής γραφής” και στις δύο όψεις, που αποτυπώθηκαν με σφραγίδες, όταν ο πηλός ήταν νωπός. Πρόκειται λοιπόν για την παλαιότατη ένδειξη τυπογραφίας στον κόσμο, αναπαραγωγής γραπτών κειμένων με καλούπια σημείων. 

Και οι δύο επιγραφές έχουν αποτυπωθεί σε σπειροειδή διάταξη, από την περιφέρεια προς το κέντρο.

Συνολικά τα σημεία στις δυο όψεις του δίσκου είναι 242. Αυτά διαρρυθμίζονται σε 61 ομάδες (λέξεις), πού η κάθε μία χωρίζεται από την άλλη με κάθετες εγχάρακτες γραμμές. Ο αριθμός των σημείων σε κάθε λέξη ποικίλλει από δύο έως επτά. 

Οι λέξεις στην Α πλευρά του δίσκου είναι 30 ενώ στην Β πλευρά του είναι 31. Τα διαφορετικά σύμβολα είναι 45 (και σύμφωνα με τον συγγραφέα Α. Βασιλάκη δεν απεικονίζεται πάντα το ίδιο γράμμα τού συμβατικού ελληνικού κρητικού αλφάβητου, σε κάθε ένα από αυτά). Επίσης, να αναφέρουμε ότι υπάρχουν δεκαπέντε σύμβολα και στις δύο πλευρές του, πού έχουν μία υπογεγραμμένη, άλλοτε πλάγια και άλλοτε κάθετη προς το σύμβολο. 

Τα σύμβολα αυτά απαντούν μόνο στην αρχή λέξεων και η υπογεγραμμένη προστέθηκε με μία γραφίδα.

Η γραφή -όπως προαναφέραμε- έχει αποτυπωθεί στον πηλό με κινητά στοιχεία (όπως στα σημερινά τυπογραφεία, γεγονός που δείχνει τυποποίηση και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλα παρόμοια αντικείμενα). Ιδια γραφή έχει βρεθεί σε έναν πέλεκυ που βρέθηκε στο μινωικό ιερό σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου, καθώς και σε έναν πυραμοειδή λίθο που βρέθηκε στην περιοχή των Μαλίων.




image



Εν χορδαίς στα ανάκτορα του Μίνωα

1. Το πήλινο σείστρο των Αρχανών, το οποίο χρονολογείται από το 2000 π.Χ. και θεωρείται το παλαιότερο μουσικό όργανο της Ευρώπης. 2. Μεγάλο πήλινο ειδώλιο της «θεάς των μηκώνων» (1350-1100 π.Χ.). 3. Πήλινο σύμπλεγμα γυναικείου τελετουργικού χορού και στη μέση μια γυναικεία μορφή να παίζει λύρα (1350-1100 π.Χ.) από το Παλαίκαστρο της Ανατολικής Κρήτης. 4. Σφραγιστικό δακτυλίδι που βρέθηκε στον τάφο των Ισοπάτων, κοντά στην Κνωσό, με σύνθεση γυναικείων μορφών σε τελετή .

«Πρέπει να ομολογήσω από την αρχή ότι δεν είμαι σε θέση ούτε να αποκαταστήσω τον ήχο της μινωικής μουσικήςούτε να σας παίξω κάποια αυθεντική ηχογράφηση με πιστά αντίγραφα μινωικών οργάνων.Αν όμως ήταν στις προθέσεις των Κρητών της Εποχής του Χαλκού να καταστήσουν κτήμα εσαεί τη μουσική τους ή έστω να τη διατηρήσουν πέρα από τη ζωντανή ακρόασή της, θα είχαν επινοήσεικάποιο σύστημα μουσικής σημειογραφίας ανάλογο των συστημάτων που υπήρχαν στη σύγχρονη Ανατολή και στη μεταγενέστερηΕλλάδα». Ο αρχαιολόγος κ. Μανόλης Μικράκης είναι σαφής μιλώντας για την «Αρχαιολογία της μουσικής στη μινωική Κρήτη». Στη διάλεξή του, η οποία δίνεται σήμερα στις 7.00 το βράδυ στην Αρχαιολογική Εταιρεία στο πλαίσιο του εφετινού σεμιναρίου μινωικής αρχαιολογίας, προσπαθεί ωστόσο μέσα από τα στοιχεία που έχουν διασωθεί να βρει μια σύνδεση με την προϊστορική Κρήτη και να μιλήσει για τον ζωτικής σημασίας ρόλο της μουσικής στο περιβάλλον των ανακτόρων της. Ο ίδιος άλλωστε έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης με αντικείμενο τη μουσική στο Αιγαίο και στην Κύπρο κατά την Εποχή του Χαλκού και την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ως τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα. 

Στην Κρήτη, μυθολογική γενέτειρα της τέχνης των Μουσών και πατρίδα πολλών ονομαστών μουσικών, παραγωγή οργανωμένου ήχου μπορεί να εντοπισθεί από την τελευταία προανακτορική φάση με το πήλινο σείστρο των Αρχανών, το οποίο χρονολογείται στο 2000 π.Χ. και θεωρείται το παλαιότερο μουσικό όργανο της Ευρώπης.



dance3

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Η Κρητική μουσική είναι αμάλγαμα πολλών παραδόσεων. Το νησί της Κρήτης, σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης, επέτρεψε στη μουσική του ν’ αγκαλιάσει διάφορα ποικίλα μουσικά ιδιώματα αλλά και να είναι, συνάμα, μοναδική. Δημιουργήθηκε στα προϊστορικά χρόνια κι όπως διατηρήθηκε ή εξελίχθηκε ως τα σήμερα είναι η αρχαιοπρεπέστερη και γνησιότερη ελληνική και ευρωπαϊκή μουσική. Για αυτή μιλούν ο Πλάτωνας στους “Νόμους” και στον “Μίνωα”, ο “Ευριπίδης” στους “Κρήτες”, ο “Σοφοκλής” στον “Δαίδαλο”, ο Ηρόδοτος στην “Ιστορία” του, ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος, ο Διόδωρος Σικελιώτης, ο Στράβων και άλλοι, που όλοι τους θαυμάζουν τον προελληνικό Μινωικό πολιτισμό. Αποδείξεις μπορεί να βρει κανείς στα μουσικοχορευτικά στοιχεία που διασώθηκαν απ’ ευθείας ή πλάγια ανάμεσα στους αιώνες και στις περιπέτειες του νησιού και στη σύγχρονη ασματική και χορευτική πραγματικότητα. 
Ο γεωγράφος Στράβων στις γεωγραφικές του διηγήσεις μιλάει για μεγάλη μουσική και “ορχηστρική” ακμή στην πανάρχαια Κρήτη που αντικατοπτρίζεται στους περίφημους Κρητικούς νόμους της μουσικής, της ποίησης και της όρχησης. Σχεδόν όλοι οι ιστοριολόγοι συμφωνούν λίγο έως πολύ πως ο Πυρρίχιος, ο Ταύρος, ο Ορσίτης, ο Επικρήδιος, ο Γέρανος κι όλοι οι πανάρχαιοι ιεροί και κοσμικοί χοροί είναι κρητικοί ή κρητικής καταγωγής.

Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός που εκληρονόμησε κι ακολούθησε τον εκλεκτό Μεσογειακό πολιτισμό της Μινωικής Κρήτης και γίνηκε η βάση του κατοπινού μεγαλείου της κλασικής αρχαιότητας, εκτός όλων των άλλων, χρησιμοποίησε και τα μουσικά της στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά μεταφέρθηκαν όπου διαδόθηκε ο Ελληνισμός, τροποποιήθηκαν και έγιναν με τον καιρό τοπική μουσική σε θρησκευτικούς και κοσμικούς ύμνους και σε μουσικούς και χορευτικούς νόμους (που τους έλεγαν μάλιστα τιμητικά κρητικούς).
Έτσι, με κρητικές επιρροές δημιουργήθηκαν σιγά σιγά όλα τα ποικιλώνυμα μουσικά μοτίβα.
Οι μουσικοί τρόποι (λύδιος, μιξολύδιος, φρύγιος, δώριος κ.λ.π.) που ελάμπρυναν την κλασική και βυζαντινή υμνολογία και οι σημερινές ευρωπαϊκές νότες με το πεντάγραμμο είναι αναμφισβήτητα εξέλιξη των επτά αλφαβητικών φθογγόσημων της αρχαιοελληνικής μουσικής όπως παρελήφθησαν από τους Λάτινους μεταφραστές, δηλαδή A, B, C, D, E, F,G, κι όπως από τον 10 αιώνα μ.Χ. τροποποιήθηκαν από τους Ευρωπαίους μουσουργούς Ουβάλντο και ντ’ Αρέστο. Έτσι, η κρητική μουσική, όπως διατηρείται σήμερα στην Κρήτη αλλά κι όπως εξελίχθηκε δια μέσω των χρόνων και τόπων, είναι η αρχαιότερη μουσική, που αφού γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στο παρελθόν γίνηκε κατόπιν εξελιγμένη και τελειοποιημένη Κρητική, Ελληνική, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και τέλος Ευρωπαϊκή μουσική. Μια σχετικά εκτεταμένη επιστημονική έρευνα, αναμφισβήτητα θα φέρει σε φως κι όλα τα άλλα υπάρχοντα στοιχεία και θα βοηθήσει να ερμηνευτούν και να αρθούν πολλές πλάνες σχετικά με την Κρητική μουσική. Η μουσική στην Κρήτη αποτελεί ακόμη σήμερα σημαντικό μέρος της ζωής των ανθρώπων που την καλλιεργούν, την ακούν, τη χορεύουν και την τραγουδούν.

Μουσική, χορός και τραγούδι στην Κρήτη αποτελούν ενότητα αρμονικά δεμένη με καλό φαΐ, πιοτό, κουβέντες, όλα συνδυασμένα με κέφι σε γλέντια όπου οι Κρητικοί συναντιούνται για να γιορτάσουν (π.χ. σε γάμους, βαφτίσεις, ονομαστικές γιορτές Αγίων, γιορτές κρασιού, επετείους ιστορικών και άλλων γεγονότων, κ.λ.π.) και για να μοιραστούν “καλές” στιγμές με μέλη της κοινότητάς τους. Αυτά τα δημόσια και κοινωνικά γλέντια δίνουν αφορμή στους Κρητικούς να εκφράσουν τα κοινωνικά τους πιστεύω αλλά και να επιδείξουν την Κρητική τους ταυτότητα.Όταν οι Κρητικοί γλεντούν δείχνουν ποίοι είναι, εκφράζονται, επικοινωνούν και δηλώνουν δημόσια τι σημαίνει να είσαι Κρητικός. Το νησί της Κρήτης είναι γνωστό για την ανεξαρτησία του πνεύματος των κατοίκων του. Οι Κρητικοί, που έδρασαν ενεργά σ’ επαναστάσεις, αντιστάθηκαν και ακόμη αντιστέκονται σε δεσμούς, ονομάζονται παλικάρια, ανθρώπινοι ήρωες, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να πεθάνουν για την ελευθερία τους. Γενναίοι και δυνατοί, αποκαλούνται επίσης λεβέντες και μερακλήδες. Αυτούς τους Κρητικούς συναντάμε στα Κρητικά γλέντια. Εκεί, μέσα στην κοινότητα, με το χορό και το τραγούδι τους εκφράζεται η προσωπικότητά τους. Έρχονται σε κέφι αλλά και φέρνουν κέφι, είναι μερακλήδες, λεβέντες, παλικάρια.

Ο Χορός στην αρχαία Ελλάδα 
Δημοσιεύθηκε: 01 Tuesday June @ GTB Daylight Time

Θεματική Ενότητα: Αρχαιολογία Σύμφωνα με τον Βέρνερ Τζάγκερ, στο έργο του Παιδεία, «Τo τραγούδι και ο χορός χρησιμοποιούνταν στη μουσική εκπαίδευση της πρώιμης Ελλάδας. Τούτη τη λειτουργία τους την έχασαν στον νέο, διανοητικό κόσμο, και επεβίωσαν (ιδιαίτερα στην Αθήνα) μόνο ως υψηλά εκλεπτυσμένες μορφές τέχνης. Ωστόσο, όταν ο Πλάτωνας ασχολήθηκε με τη διαμόρφωση του ήθους στη διάρκεια της πρώτης νεότητας, διαισθάνθηκε πως δεν υπήρχε τίποτα στη σύγχρονη εκπαίδευση που μπορούσε να τα αντικαταστήσει. Στους Νόμους του, λοιπόν, διακήρυξε πως ο αρχαίος ελληνικός κυκλικός χορός έπρεπε να αναγεννηθεί και να καταστεί ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της εκπαίδευσης». Πιο συγκεκριμένα έγραψε τα εξής: «Οφείλουμε να περάσουμε όλη τη ζωή μας «παίζοντας» ορισμένα παιχνίδια -θυσία, τραγούδι και χορό- για να κερδίσουμε την εύνοια των θεών, να προστατευτούμε από τους εχθρούς μας και να τους νικήσουμε στη μάχη». Με αυτόν τον τρόπο ο Πλάτωνας επικεντρώνεται στα κύρια τελετουργικά καθήκοντα του ευσεβούς πολίτη. Στην πραγματικότητα η λέξη νόμος διαθέτει ένα μουσικό νόημα (μελωδία) και ο Πλάτωνας αναφέρεται στη μουσική έννοια της λέξης σε σχέση με τον κιθαρωδικό νόμο, που συνδέεται με τον Τέρπανδρο και τη δωρική Σπάρτη. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι παραδοσιακές μουσικές συνθέσεις της Σπάρτης χρησίμευσαν ως πρότυπα για την πόλη του Πλάτωνα. ‘Οπως ο πολιτικός νόμος είναι βάση για την κοινωνική τάξη, έτσι και ο μουσικός νόμος είναι η βάση του χορού και της ηθικής τάξης στο πολιτικό σώμα.

 Η Φύση του Ελληνικού Χορού

 Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού χορού. Αρχικά, ένας συνδυασμός προφορικών και μη όψεων, κατόπιν η μιμητική του διάσταση και τέλος η ιδιαίτερα παιχνιδιάρικη φύση τούτης της πιο σοβαρής μορφής τελετουργικής επικοινωνίας.

Η χορεία, ο όρος που χρησιμοποιείται διαρκώς από τον Πλάτωνα για τη χορική δραστηριότητα στην πόλη, αντιπροσωπεύει τις συνδυασμένες δραστηριότητες του τραγουδιού και του χορού. Οι ουσιαστικοί δεσμοί ανάμεσα στο τραγούδι και το χορό είναι ο ρυθμός και η κίνησις. ‘Οπως υπάρχει φωνητική κίνηση, όταν η φωνή υψώνεται ή πέφτει ανάλογα με τον τόνο, (μέλος), έτσι και το σώμα ανταποκρίνεται με κινήσεις και χειρονομίες στο ρυθμό. Στη χορική εκτέλεση το σώμα και η φωνή βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία, στο δε συνδυασμό του προφορικού και μη προφορικού βρίσκεται η ουσία της λέξης μουσική. 

 Για την Ελλάδα η λέξη μουσική σήμαινε σχεδόν αποκλειστικά μουσική, τραγούδι, ποίηση και ρυθμική κίνηση, όπως φαίνεται σε αγγεία της ύστερης Γεωμετρικής περιόδου. Η ρυθμική κίνηση με τη σειρά της συνδέεται με τη χειρονομία, ένα είδος μουσικής σημειολογικής γλώσσας που θυμίζει τις ινδικές μούντρα. Το δεύτερο μείζον χαρακτηριστικό της χορείας είναι η μιμητική της φύση. Σύμφωνα με την Τζέιν Χάρισον η μίμηση είναι στην προκειμένη περίπτωση έκφραση της επιθυμίας για επανάληψη της αρχέτυπης ιερής πράξης[1]. Ο θρησκευτικός χρακτήρας της διαγράφεται σαφέστερα, όταν η πράξη εκτελείται εκ των προτέρων, ως συμπαθητική μαγεία που προσδοκά αποτελέσματα μέσα στον κόσμο της ύλης. Η φυλή που ετοιμάζεται να πολεμήσει, θα χορέψει πολεμικό χορό και θα προ-απεικονίσει την έκβαση της μάχης. Οι κυνηγοί, με τη σειρά τους, θα πιάσουν το θήραμά τους με παντομίμα. Στα έργα του Πλάτωνα η έννοια της μίμησης έχει πολλά και διαφορετικά νοήματα. Ωστόσο, μέσα στο μουσικό πλαίσιο, δεν είναι προσπάθεια αναδημιουργίας εξωτερικών φαινομένων, αλλά αναπαράσταση διαφορετικών χαρακτήρων (τρόπων), καλών ή κακών. Συνεπώς, η μιμητική ικανότητα στη χορική δραστηριότητα έχει τη δύναμη να ενισχύει την ηθική εκπαίδευση.

Η ιδέα της μιμήσεως, βέβαια, δεν είναι προϊόν του Πλάτωνα. Αναφέρεται καταρχήν στο εδάφιο για τις μιμητικές ικανότητες των παρθένων της Δήλου, στον ομηρικό ύμνο για τον Απόλλωνα. 
Στο έργο του Η Μίμηση στην Αρχαιότητα, ο Χέρμαν Κόλερ υποθέτει ότι πριν από τον Πλάτωνα ο όρος αποδιδόταν στη δυνατότητα της μουσικής και του χορού να απεικονίζουν με δραματικό τρόπο την εμφάνιση, τη συμπεριφορά και την έκφραση των ανθρώπων και των ζώων. Ο Πλάτωνας ήταν εκείνος που μετατόπισε την ιδέα από την έννοια της «αναπαράστασης» στην πιο αφηρημένη έννοια της «ομοιότητας ή προσομοίωσης». Οι μιμητικές ικανότητες του χορού οδηγούν στο τρίτο και και πιθανώς δυναμικότερο χαρακτηριστικό του χορού, την παιχνιδιάρικη φύση του και την ευχαρίστηση που παρέχει Ο Πλάτωνας αποκαλεί το ανθρώπινο πλάσμα παίγνιον των θεών. Η ικανότητα για παιχνίδι είναι, σύμφωνα με την άποψη του μεγάλου φιλόσοφου, το καλύτερο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, αφού οδηγεί στις πιο κατάλληλες μορφές λατρείας. Επίσης, δίνει έμφαση στις ευχάριστες και παιχνιδιάρικες όψεις του χορού με ετυμολογικούς όρους. Οι θεοί εφηύραν τη λέξη χορός εξαιτίας της χαράς που προσφέρει. Τοποθετώντας τη χορεία στο πλαίσιο της ηθικής εκπαίδευσης, ο φιλόσοφος μας δίνει τη δυνατότητα και για ένα άλλο ετυμολογικό συνδυασμό ανάμεσα στις λέξεις παιδεία και παιδιά, οι οποίες συνδέονται με το ρήμα παίζω[2].

 Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός του χορού ως μορφή μίμησης για σοβαρούς θρησκευτικούς και ηθικούς σκοπούς είναι το κατάλληλο θεμέλιο για να εξετάσουμετον τελετουργικό χορό στην αρχαία Ελλάδα. Ουσιαστικά πρόκειται για μια υψηλή μορφή ομαδικής λατρείας.

Η δραστηριότητα του χορού είναι μια πολιτισμική μορφή παιχνιδιού, η οποία σε συνδυασμό με το τραγούδι και τη θυσία γίνεται τελετουργική δραστηριότητα, απαραίτητη για κάθε μέλος της κοινότητας. Αν και η ικανότητα για χορό και τραγούδι ξεπηδά αρχικά από την παρόρμηση της αδιαμόρφωτης ακόμη ανθρώπινης ύπαρξης να χοροπηδήσει τριγύρω και να φωνάξει, η χορεία, η συνειδητοποίηση της εσωτερικής παρόρμησης, είναι η πλέον εξευγενισμένη μορφή ηθικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς, η οποία ελέγχεται από πολύπλοκους ψυχολογικούς μηχανισμούς. Εδώ υπάρχει μια παραγωγική αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ακατέργαστη φυσική ώθηση της παραγωγής ήχου και τον πνευματικό έλεγχο που μετουσιώνει τον ήχο και τον μετατρέπει σε ρυθμό και αρμονία. 

 Το μεγαλύτερο κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο για το παιχνίδι και το συναγωνισμό είναι η συγκέντρωση της κοινότητας. Πρόκειται για μια συνάθροιση που έχει ως χαρακτηριστικό της τον όρο αγών, (από τη ρίζα «aγ-», που σημαίνει συγκεντρώνω). Ο αγών είτε είναι ο ίδιος ο συναγωνισμός, ή περιέχεται μέσα σταγεγονότα ενός εορτασμού. Για παράδειγμα, τα Δήλια περιελάμβαναν αγώνες τραγουδιού και χορού[3]. Επίσης, τα Παναθήναια ή άλλοι εορτασμοί των Αθηνών της κλασικής περιόδου είχαν το χαρακτήρα των αγώνων, με κεντρικό θέμα τους τους χορικούς διαγωνισμούς. Οι Ολυμπιακοί αγώνες, που έμειναν στην ιστορία για τα φυσικά τους αθλήματα, ήταν μια ευκαιρία για χορικούς διαγωνισμούς σε πανελλαδική βάση. Συνεπώς, ο χορός ως ιδέα διαθέτει μια ανταγωνιστική φύση, η οποία βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την ομαδική μορφή του. Είναι η ευκαιρία του κύκλου για ομαδική λατρεία και του ατόμου για παράθεση των καλύτερων ικανοτήτων του.



dance

Η Παρουσία των Θεών

Υπάρχει διάχυτη η πεποίθηση στην αρχαία Ελλάδα πως ο χορός είναι μια ευκαιρία για παρεμβολή της θεϊκής θέλησης στα ανθρώπινα πράγματα.Τούτη η διασταύρωση των θεϊκών αρχετύπων και των ανθρώπινων πραγματώσεων μέσω του χορού είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή, αν συνειδητοποιήσουμε το σκοπό της γιορτής ως θεμέλιου για τη θρησκευτική εμπειρία. Όπως και ο Πλάτωνας, έτσι και ο Αριστοτέλης συνδέει τον εορτασμό με την παιδιάκαι τα δύο μαζί με το γέλιο. Αναφέρει πως στα πρώιμα χρόνια οι θυσίες και οι εορταστικές εκδηλώσεις ξεκινούσαν μετά το θερισμό, όταν οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι από τις αγροτικές εργασίες και ήθελαν να ξεφαντώσουν. Ο Θουκυδίδης δίνει έμφαση στο γεγονός ότι οι γιορτές ήταν κοινωνικοί μηχανισμοί που βοηθούσαν στην εξισορρόπηση περιόδων παραγωγικής δραστηριότητας. 
 ‘Ομως, το νόημα του παιχνιδιού των ανθρώπων θα μπορούσε να χαθεί, δίχως το θεϊκό ακροατήριο προς το οποίο απευθύνεται. Για τους λυρικούς ποιητές, τον Ηρόδοτο και τον Αριστοφάνη η εορτή είναι γιορτασμός προς τιμήν κάποιου θεού, όπως, για παράδειγμα, τα αττικά Βραυρώνια ή τα αθηναϊκά Ανθεστήρια. Ο Πλάτωνας συνδυάζει την κοινωνική και τη θρησκευτική άποψη. Για αυτόν το παιχνίδι είναι μια σοβαρή θρησκευτική δραστηριότητα, που αντανακλά το κοσμικό παιχνίδι των θεών. Άλλωστε η θρησκευτική εστίαση των ελληνικών εορτασμών φαίνεται στην εστίασή τους σε συγκεκριμένα γεγονότα, στην κεντρική τελετή προς τιμήν του θεού, δηλαδή στη θυσία ή τα ιερά, στον αγώνα, στην πομπή ή τοχορό. 
 Η ερμηνεία του θεϊκού και του ανθρώπινου στο χορό είναι εμφανής στην ουσία της λέξης χορός και του σχετικού ρήματος χορεύω, που σημαίνει χορεύω χορικό ή κυκλικό χορό. Ο χορός και τα παράγωγά του συνήθως χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τη χορογραφική δραστηριότητα θεοτήτων όπως ο Διόνυσος, ο Απόλλων ή η Άρτεμις. Στο ανθρώπινο πλαίσιο περιγράφουν έναν ιδιαίτερο τύπο συλλογικών χορών που συνήθως εκτελούνται σε κύκλο. Ενώ η γενική λέξη για το χορό στα αρχαία Ελληνικά είναι ορχούμαι και περιλαμβάνει όλους τους τύπους του χορού, δραματικούς, λατρευτικούς κ.λπ., το ρήμα χορεύω έχει μια περιορισμένη έννοια σύμφωνα με τον Μ. Βέγκνερ, στο έργο του Μουσική και Χορός[4]. Ο Πίνδαρος περιορίζει ακόμη περισσότερο τη λέξη και την απευθύνει μόνο σε θεϊκά αρχέτυπα, όπως ο Απόλλων ή οι Μούσες. Όταν αναφέρεται σε ανθρώπινα επιτεύγματα, προτιμά τη λέξη κώμος[5].

Επιπλέον, στην Αθήνα του 5ου αιώνα ο κυκλικός χορός ονομάζεται ιερά, ενώ οι συμμετέχοντες αναφέρονται ως όσιοι[6].

   Η λέξη χορός στην πρώιμη εξάμετρη ποίηση πολύ συχνά προσδιορίζει τον τόπο στον οποίο τελείται η λατρεία και τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Οι Μούσες έχουν το δικό τους τόπο για χορό δίπλα στα θαυμαστά τους δώματα, στον ‘Ολυμπο ή στον Ελικώνα[7]. Οι Νύμφες χορεύουν σε κρυμμένους τόπους μέσα στις σπηλιές, όπως και η Ηώς στο νησί της, εκεί που ανατέλλει ο ήλιος[8]. Χορευτικοί τόποι ήταν αφιερωμένοι σε διάφορες θεότητες, ανάμεσά τους και στην Αρτέμιδα. ‘Ηταν τόποι συνάντησης για τους θνητούς και τους αθάνατους. Από έναν τέτοιο τόπο αφιερωμένο στην Αρτέμιδα ο Ερμής απήγαγε την Πολυμήλη, «την όμορφη στο χορό»[9]. Όμως, η ιδέα ενός τόπου αφιερωμένου ειδικά στο χορό φαίνεται να έχει μινωική προέλευση. Αν και η μινωική Κρήτη ήταν πολύ διαφορετική ως προς τα πολιτισμικά της στοιχεία από την ηπειρωτική Ελλάδα, εντούτοις απόηχοι του μινωικού χορού στην ελληνική λογοτεχνία υπονοούν κάποια επίδραση[10]. Μινωικές τοιχογραφίες της εποχής του ορείχαλκου δείχνουν πως οι χοροί στην Κρήτη γίνονταν σε τόπους φυσικής ομορφιάς, μέσα και γύρω από σπηλιές, σε συγκεκριμένα δέντρα, βωμούς και άλλα ιερά αντικείμενα κατάλληλα για την ιερή επιφάνεια μιας θεότητας. Η δύναμη του χορού να ελκύει μια ουράνια παρουσία φαίνεται στο χάραγμα του λίθου ενός δακτυλιδιού από την Κνωσσό. Ο τόπος του χορού είναι ένας αγρός με κρίνα. Τέσσερις θηλυκές μορφές έχουν τα χέρια υψωμένα σε χαιρετισμό και φαίνονται να κινούνται σε κυκλικό χορό. Ψηλά, πάνω από το έδαφος, μια πολύ μικρότερη θηλυκή μορφή υπερίπταται του χώρου. Τούτη η μορφή θεωρείται γενικά ως η θεά που ανταποκρίνεται στον επικλητικό χορό[11].



dance2

Ο Χορός του Πολέμου και η Τελετή της Ενηλικίωσης

Ο χορός είναι τόσο παλιός όσο και ο πόλεμος. Από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε μια αμοιβαία επιρροή ανάμεσα σε αυτές τις δύο σφαίρες δραστηριότητας. Υπάρχουν πολλοί τύποι πολεμικών χορών σε όλο τον κόσμο για όλων των ειδών τις δραστηριότητες. Ο χορός στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να είναι μια φυσική και ψυχολογική προετοιμασία για τον πόλεμο. Μπορεί να είναι ευχαριστία για τη νίκη, μυητική τελετή ενηλικίωσης των εφήβων, αποτροπαϊκός ή μαγικός. Πολλές από αυτές τις ιδέες ενυπάρχουν στους ελληνικούς πολεμικούς χορούς. Οι Κουρήτες με το χορό τους έκρυβαν τα κλάματα του νήπιου Δία, αποτρέποντας το θάνατό του. Ο πυρρίχειος με τη σειρά του ήταν μια έκφραση της πολεμικής δραστηριότητας και έπαιζε σημαντικό ρόλο στην πολεμική εκπαίδευση ή τη λατρεία πολεμικών θεοτήτων. 

 Σε όλο τον ελληνικό κόσμο η αποφασιστική μετάβαση από την παιδική ηλικία στον ανδρισμό γινόταν μέσω της πολεμικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, οι μουσικές ασκήσεις ήταν σημαντικές για την εκπαίδευση ενός στρατιώτη από την αρχαϊκή ακόμη περίοδο. Ο ‘Εκτωρ στην Ιλιάδα καυχάται για τον τρόπο που χειρίζεται τα όπλα αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο πλέκει τα μέτρα για τον Άρη στη μισητή μάχη. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι μέλπεσθαι, από τη μολπή, το χορικό τραγούδι και το χορό[12]. Με τη σειρά του ο Τυρταίος στη Σπάρτη και άλλοι ποιητές της αρχαϊκής περιόδου έγραψαν ελεγειακά ποιήματα με στίχους που βοηθούσαν στην εξύψωση του μαχητικού πνεύματος των στρατιωτών στο πεδίο της μάχης[13].

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η απόδοση των όπλων στους έφηβους ήταν μια ιεροφάνεια. Τα όπλα ήταν ιερά και ανήκαν στην πολιτεία, η οποία αποδίδοντάς τα τελετουργικά στους έφηβους, τους αναγνώριζε πλέον ως ενήλικες με όλα τα δικαίωματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από μια τέτοια διαδικασία. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις των νεαρών εφήβων ήταν η εκτέλεση του πυρρίχειου, ενός πολεμικού χορού με όπλα, κατά τη διάρκεια του οποίου ο έφηβος κρινόταν για την ικανότητά του στο χειρισμό των όπλων που του πρόσφερε η πολιτεία[14]. Αφέντρα του πυρρίχειου ήταν η θεά Αθηνά, εκείνη που γεννήθηκε αρματωμένη. Βέβαια όπλα δεν έφερε μόνον η Αθηνά. Οι Κύκλωπες παρείχαν στο Δία τα όπλα για την πρώτη πολεμική του πράξη. Η Γαία έδωσε στον Κρόνο το δρεπάνι, ενώ ο Άρης και η Άρτεμις εμφανίζονται κατά κανόνα αρματωμένοι. Συνεπώς, τα όπλα και η μάχη εμπλέκονται στον κοσμογονικό μύθο των Ελλήνων, γεγονός που ερμηνεύει τη θρησκευτική τους ένδυση σε τελετουργικά χορικά δρώμενα. Τα όπλα είναι τα μέσα για την προστασία του ιερού τόπου στον οποίο διεξάγεται ο χορός. Ωστόσο, αυτός ο ιερός τόπος είναι μεταφορικά η ίδια η πόλις ως ιδέα και ως πραγματικός τόπος. 
Οι έφηβοι είναι γεννήματα της πόλης και ως τέτοια χρειάζεται να μυηθούν στα μυστικά της εύρρυθμης λειτουργίας της. ‘Ενα από τα μυστικά είναι το γεγονός ότι είναι χτισμένη με βάση κάποια μουσικά μέτρα που θεμελιώνουν τις λειτουργίες της. ‘Ενα άλλο μυστικό είναι η προάσπιση –με κάθε θυσία- της ύπαρξής της. Και ένα τελευταίο ότι συνδέεται θρησκευτικά με μια προστάτιδα θεότητα. Σημαντικό κομμάτι της λατρείας αυτής της θεότητας είναι ο χορός.

Στον πυρρίχειο, λοιπόν, που ξεδιπλώνει την τελετουργία της ενηλικίωσης, ο έφηβος δεν έχει μόνον την υποχρέωση να επιδείξει τις φυσικές του ικανότητες, αλλά και τη λατρευτική του πρόθεση. 

 Βέβαια ανάλογες τελετές ενηλικίωσης υπάρχουν και για τις γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα. Η σημαντικότερη ίσως ήταν τα Αρκτεία, ένας τελετουργικός γιορτασμός κατά τη διάρκεια του οποίου τα νεαρά κορίτσια, οι άρκτοι, με χορό και συλλογικές δραστηριότητες τελούσαν το μυστήριο της άρκτου, στην αττική λατρεία της Αρτέμιδας Βραυρωνίας. Εδώ ο χορός είναι το κεντρικό θέμα και δεν μπορεί να απομονωθεί ως μοναδιαίο στοιχείο. Στο χορό στηρίζονται οι μιμητικές όψεις του τελετουργικού παιχνιδιού, οι ρόλοι τους οποίους υποδύονται με προσωπεία τα κορίτσια, καθώς και η τελική μεταμόρφωση, που είναι ο απώτατος στόχος της τελετουργίας. Η αρχαιολόγος Χρ. Σουρβίνου-Ίνγουντ σε μια εικονογραφική μελέτη υποδεικνύει το γεγονός ότι σύμφωνα με τις εικόνες που μελέτησε οι «άρκτοι», τα νεαρά κορίτσια, δεν ήταν μικρότερα των πέντε ετών και μεγαλύτερα των δέκα. Τα μικρά κορίτσια εμφανίζονται ντυμένα, ενώ τα μεγαλύτερα γυμνά από τη μέση και πάνω. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στην απεικόνιση του εφηβικού στήθους, ως ενδεικτικού σημείου της μετάβασης από την παιδική ηλικία στην έμμηνο ρύση και τη βιολογική γονιμότητα[15]. Έτσι, τα Αρκτεία ερμηνεύονται ως τελετουργία που αναπαριστά το τέλος της παιδικής ηλικίας και τη μετάβαση σε μια ηλικία στην οποία τα κορίτσια δείχνουν σημάδια πως είναι έτοιμα για το γάμο[16].

  Ο Νεκρικός Χορός

 Όντας βιολογική μετάβαση, ο θάνατος είναι μια στιγμιαία διακοπή του κοσμικού και του κοινωνικού ρυθμού. Ο θάνατος δεν προβάλλει στη σκηνή ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η ζωή. Δεν είναι κάτι που ελέγχεται, όπως ο γάμος ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Το ίδιο το γεγονός υπονοεί έναν αποχωρισμό ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Επιπλέον, η φθορά του υλικού σώματος κάνει το χάσμα ανάμεσα στους θνητούς ανθρώπους και τους θεούς ακόμη μεγαλύτερο.

Συνεπώς, υπάρχει κάτι το απροσδιόριστο, το μυητικό, στη διαδικασία της κηδείας, μια διακοπή του χωροχρονικού συνεχούς, από την οποία επέρχεται σχετική αταξία, εξαιτίας των κληρονομικών ανταγωνισμών που πληγώνουν την κοινότητα. Ωστόσο, η έκφραση της θλίψης στην αρχαία Ελλάδα είναι ελεγχόμενη. Δεν είναι ένα αυθόρμητο ξέσπασμα συναισθημάτων. Υπάρχει ειδικά σχεδιασμένη και τελετουργικά εκφραζόμενη συμπεριφορά σε κάθε στάδιο του θρήνου για τους συγγενείς και τις επαγγελματίες –όπως αναφέρεται στον Πλάτωνα-θρηνωδούς[17].  Η διακοπή του συνεχούς φαίνεται και στη χορική έκφραση. Στον τελετουργικό θρήνο δεν παρασύρεται όλο το σώμα σε ρυθμική κίνηση. Η κίνηση επικεντρώνεται στο άνω τμήμα του σώματος, στο στήθος και το κεφάλι, γενόμενη έτσι περισσότερο χειρονομία παρά πραγματικός χορός[18]. Η διακοπή της τάξης αποδίδεται περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες στην έκφραση του θρήνου τους συγκρίνονται με τη φρενίτιδα του οργιαστικού χορού των μαινάδων. Η Ανδρομάχη, μαθαίνοντας το θάνατο του συζύγου της μάνιασε σαν μαινάδα[19]. Σε αρκετές αναπαραστάσεις από αγγεία προσφορών απεικονίζονται γυναίκες σε χειρονομίες θρήνου, οι οποίες συνδέονται εικονογραφικά με την κίνηση των μαινάδων, οι οποίες εμπλέκονται στη βίαιη δραστηριότητα του σπαραγμού ενός ζώου. 
 Διαφορετική είναι η εικόνα στην τελετουργική ταφή του ηρωικού νεκρού. Ο Αχιλλέας διατάζει τους Μυρμιδόνες να κυκλώσουν το σώμα του νεκρού αρχηγού[20]. Ο ίδιος τοποθετεί το χέρι του στο στήθος του συντρόφου του και ξεκινά το θρήνο[21]. Ιδιαίτερα εντέλλει να μη λύσουν τα άλογά τους από τα πολεμικά άρματα, αλλά να έρθουν όσο κοντύτερα γίνεται μαζί με τα άλογα και να κυκλώσουν το σώμα του Πάτροκλου τρεις φορές. Τούτη η διαδικασία είναι γενικά μια μαγική πράξη εξαγνισμού. Καθώς περιφέρονται, γίνονται όλοι ένας κύκλος, μία ενότητα με τον Αχιλλέα επικεφαλής.

Ο κυκλικός χορός είνqι εδώ μια υπενθύμιση της συντροφικότητας των πολεμιστών, αλλά και μια πράξη καθιέρωσης συνόρων, τα οποία κανείς δεν μπορεί να διαβεί και να ατιμάσει το νεκρό. Αν και στην Ιλιάδα τούτη η πράξη δεν περιγράφεται ως χορός, εντούτοις ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο πυρρίχειος στην πραγματικότητα προήλθε από τον Αχιλλέα, που χόρεψε ένοπλος γύρω από το νεκρό σύντροφό του. 
  Διόνυσος, Πάνας, Απόλλωνας
Ο Διόνυσος, ο Πάνας και ο Απόλλωνας είναι τρεις θεότητες με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο Πάνας είναι φιλόκροτος[22], του αρέσουν δηλαδή οι κρότοι. Ο Απόλλωνας είναι προσωποποίηση της ηρεμίας και της θεϊκής υπεροχής. Ο Διόνυσος με τη σειρά του διαθέτει μια οργιαστική φύση. Ωστόσο και οι τρεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Λειτουργούν ως χορηγοί για τις οντότητες που τους περιβάλλουν. Ο Διόνυσος με τις Μαινάδες του, ο Απόλλων με τις Μούσες και ο Πάνας με τις Νύμφες αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές εκφράσεις του χορού. Ο Πίνδαρος αποκαλεί τον Πάνα χορευτάν τελειότατον[23], δηλαδή τον πιο ολοκληρωμένο χορευτή. Ο Πλάτωνας βλέπει στο Διόνυσο ένα μυητή και εξαγνιστή και ο Αριστοτέλης στον Απόλλωνα ένα χορηγό της ζωής.
Τρεις διαφορετικοί θίασοι με διαφορετικό προορισμό. Η διονυσιακή χορική φρενίτιδα φέρνει στο προσκήνιο της συνείδησης όλες τις κρυμμένες δυνάμεις του ασυνείδητου κόσμου για να εξαγνιστούν στο ηλιακό φως και να γίνουν τμήματα μιας ολοκληρωμένης ύπαρξης. Η απολλώνεια ηρεμία του κέντρου αντανακλάται στο χορό των Μουσών, ενώ ο Πάνας εκφράζει το φυσικό του βασίλειο, από τα λειβάδια ως τις μακρινές κορυφές, απ’ όπου μπορεί να εποπτεύει το κοπάδι του. 
 Με βάση τα παραπάνω αρχέτυπα μπορούμε να διακρίνουμε και διαφορετικά μονοπάτια της κοσμικής εξέλιξης, αντανάκλαση των οποίων ήταν οι γήινοι χοροί που τελούνταν χάριν των μυστηρίων, της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας της κοινωνικής τάξης μέσα στα όρια μιας πόλης. Ο Πάνας είναι συμμέτοχος. Αρνείται να μείνει έξω από το χορό, αντιπροσωπεύοντας έτσι την καθολική ουσία της ζωής που βρίσκεται σε κάθε μορφή του εκδηλωμένου κόσμου. Ο Διόνυσος φέρνει σε επαφή την ύπαρξή μας με τα δυσθεώρητα βάθη της, μυώντας τον άνθρωπο στα μυστηριακά παιχνίδια των θεών. Ο Απόλλωνας στέκει απόμακρος στον Όλυμπο, δείχνοντας το δρόμο στους θνητούς. Το δρόμο που οδηγεί στην αθανασία και την ολοκλήρωση.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
 Lonsdale S. Η., Dance and Ritual Play in Greek Religion, London 1993, The John Hopkins Uniνersity Press
Wegner M., Music und Tanz, Gottingen, 1968. 
Harison J. E., Τελετουργικά Δρώμενα στην Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Αθήνα 1997, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
Harίsοn J. E., Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές, Αθήνα,1998, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
MacDowell D.M., Athenian Laws About Choruses, Symposion 1982
Willetts R. F. Cretan Cults and Festivals, London 1962
Farnell L., Cults ofthe Greek States, Oxford 1896-1909
Farnell L. Ο ‘Ηρωας στην Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Αθήνα 1997, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
Sourvinou-Inwood C., Studies in Girls Transitions, (Athens, 1968) 
Connor W.R., “Early Greek Land Warfare as Symbolic Expression”, στο P&P, 119 (1988) 
Cain C.D., “Dancing in the Dark: Deconstructing an Narrative of Epiphany on the Isopata Ring” στο AJA, 105 (2001) 
Heath M. “Receiving the Komos: The Context and Performance on Epinician”, στο AJA, 109 (1988) 
   Παραπομπές-Σημειώσεις
  [1] Jane Elen Harison, Τελετουργικά Δρώμενα στην Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, (μτφρ. Ε. Παπαδοπούλου), Ιάμβλιχος, Αθήνα 1997: 45-47.
[2] Πλάτωνος Νόμοι, 673a, 803e.
[3] Ομηρικός Ύμνος είς Απόλλωνα 149-150
[4] Πρισσότερα για το όρχησις και το μολπή βλ. Wegner M., Music und Tanz, Gottingen, 1968:40-44
[5] Πινδάρου Ωδαί, 14,9. Επίσης, Heath M. “ Receiving the Komos: The Context and Performance on Epinician”, στο AJA, 109 (1988):183-4.
[6] Ευρ., Τρωάδαι, 328, όπου η Κασσάνδρα αποκαλεί τον χορό όσιο.
[7] Ησίοδου, Θεογονία, 2-8,63.
[8] Ομήρου, Οδύσσεια, 12.318.
[9] Ομήρου, Ιλιάδα, 18.183.
[10] Στο ίδιο, 18.592.
[11] Περισσότερα βλ. Cain C.D., “Dancing in the Dark: Deconstructing an Narrative of Epiphany on the Isopata Ring” στο AJA, 105 (2001): 27-49
[12] Ομήρου, Ιλιάδα, 7.237-41
[13] Τυρταίου, αποσπ. 11W.
[14] Bλ. επίσης Connor W.R., “Early Greek Land Warfare as Symbolic Expression”, στο P&P, 119 (1988): 3-29.
[15] Sourvinou-Inwood C., Studies in Girls Transitions, (Athens, 1968): 15-20.
[16] Στο ίδιο 60-61.
[17] Πλάτωνος, Νόμοι, 800de.
[18] Στο ίδιο, 814e.
[19] Ομήρου, Ιλιάδα, 22.460
[20] Στο ίδιο, 23.7-8, 13-14
[21] Στο ίδιο 23.16-17
[22] Αισχύλου, Πέρσαι, 448.
[23] Πίνδαρου, αποσπ., 99SM

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΗΤΙΚΟ ΧΟΡΟ

Ο Όμηρος αναφέρει ότι οι Κρήτες είναι σπουδαίοι χορευτές, διασώζει μια παλιά ανάμνηση. Η γνώση των μινωικών χορών αντλείται από τις εικονογραφικές παραστάσεις της μινωικής εποχής που, παρά τον αποσπασματικό τους χαρακτήρα, υποδηλώνουν μια ποικιλία ορχήσεων με ανεπτυγμένη χορογραφία.Η γοητεία που ασκούσαν οι μινωικοί χοροί επιβίωσε ως ανάμνηση και στη μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση. Εκτός από τις σχετικές αναφορές του Ομήρου ,πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ότι αρκετοί χοροί των ιστορικών χρόνων έλκουν την καταγωγή τους από την Κρήτη.Η ελληνική μυθολογία αποδίδει το ξεκίνημα του χορού στη Ρέα, που δίδαξε αυτή την τέχνη στους Κουρήτες της Κρήτης. Ο Κρόνος εκθρόνισε τον πατέρα του, Ουρανό, κι επειδή φοβόταν μήπως τα παιδία τον εκθρονίσουν τον ίδιο, τα έτρωγε όταν γεννιόντουσαν. Όμως η γυναίκα του, η Ρέα, τον ξεγέλασε όταν γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί, ο Δίας. Έκρυψε το Δία σε μια σκοτεινή σπηλιά στην Κρήτη. Τότε , έδωσε στον Κρόνο να φάει μια πέτρα τυλιγμένη με μωρουδιακά ρούχα. Ύστερα, ζήτησε από τους Κουρήτες, που ήταν οπλισμένοι ημίθεοι, να χορεύουν έναν πολεμικό χορό γύρω από τη σπηλιά φωνάζοντας και χτυπώντας τα σπαθιά τους στις ασπίδες. Έτσι, ο Κρόνος δεν μπόρεσε να ακούσει το κλάμα του μικρού Δία. Όταν αργότερα ο Δίας εκθρόνισε τον πατέρα του, οι Κουρήτες έγιναν ιερείς.

Οι απόγονοί τους συνέχισαν αυτούς τους πολεμικούς χορούς σαν μέρος των θρησκευτικών τελετών τους.Οι παλαιότερες ελληνικές ιστορικές πήγες έρχονται από την Κρήτη , όπου ο αρχαίος μινωικός πολιτισμός εμφανίστηκε γύρω στο 3000-1400 π.Χ. Οι κάτοικοι της Κρήτης καλλιέργησαν τη μουσική, τα τραγούδια και το χορό ως μέρος της θρησκευτικής τους ζωής και της διασκέδασής τους. Κάποια στιγμή στον 15ο αιώνα π.Χ., η Κρήτη κατακτήθηκε από εισβολείς της κεντρικής Ελλάδας, και ελεγχόταν από τις Μυκήνες. Πολλά αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν πως η παράδοση του κρητικού χορού επηρέασε τους μυκηναΐους, οι οποίοι και μεταβίβασαν αυτούς τους χορούς στο δικό τους πολιτισμό και παραδοσιακή ζωή στην κεντρική Ελλάδα.Οι Κρητικοί χοροί πραγματοποιούνταν σε ανοιχτούς ή κλειστούς κύκλους. Οι Κρητικοί συνήθως χόρευαν γύρω από ένα δέντρο, ένα βωμό ή γύρω από μυστικιστικά αντικείμενα, για να ελευθερωθούν από το κακό. Αργότερα, σύμφωνα με τα κρητικά γλυπτά, χόρευαν γύρω από έναν τραγουδιστή ή έναν μουσικό. Η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Κρήτη είναι από τα λίγα μέρη όπου ο παραδοσιακός χορός παραμένει ζωντανός. Ο παραδοσιακός χορός δεν είναι μόνο μια ξεχασμένη τέχνη, αλλά μια ζωντανή έκφραση της καθημερινής ζωής μας.



krhtika_musthria

ΜΙΝΩΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Θέμα δύσκολο και ακανθώδες είναι η θρησκεία των Κρητών κατά την Μινωική εποχή. Είναι φανερό πως οι Κρητικοί, όπως και άλλοι αρχαίοι λαοί, πριν φτάσουν στην καθεαυτό θρησκεία, πέρασαν από τα προστάδια της : ανιμισμός, προγονολατρεία, τοτεμισμός. Ο Έβανς δέχεται επιδράσεις αιγυπτιακές στη θρησκεία των Κρητών. Φαίνεται πως ο ταύρος στα πολύ παλιά χρόνια στην περιοχή της Κνωσού λογιόταν σαν το πιο μεγάλο τοτέμ. Οι εθνολόγοι λένε πως ο ταύρος στην αντίληψη των πρωτόγονων ήταν η προσωποποίηση της δύναμης και της γονιμότητας.

Αντίθετα με άλλους σύγχρονους πολιτισμούς (Αιγύπτου,Μεσοποταμίας), που άφησαν μνημειώδη θρησκευτικά έργα, ναούς και γλυπτά, στη μινωική Κρήτη παρουσιάζεται μια δυσεξήγητη θρησκευτική σιγή. Μόνον ο Μινωικός πολιτισμός παρουσιάζεται χωρίς ναούς, χωρίς αγάλματα, χωρίς ανάγλυφα ή μνημειώδεις απεικονίσεις της θεότητας. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι δεν υπήρχε θρησκεία και θρησκευτική ζωή στη μινωική Κρήτη. Απλώς είχε χαρακτήρα διαφορετικό.

Οι πρώτες θρησκευτικές εκδηλώσεις του ανθρώπου, ήδη από την αρχή της νεολιθικής περιόδου, συνδέονται άμεσα με τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη σκληρή του προσπάθεια να επιζήσει. Ο άνθρωπος στα μακρινά εκείνα χρόνια είναι στενά δεμένος με τη γη. Οι καιρικές συνθήκες, οι εποχές του χρόνου, τα φυσικά φαινόμενα, ο κίνδυνος των άγριων ζώων, τον τρομάζουν και συγχρόνως του δημιουργούν ένα είδος μυστηριακής συγκίνησης και η μόνη διέξοδος που βρίσκει είναι η λατρεία της άγνωστης αυτής δύναμης που την ταυτίζει με τη Μητέρα – Γη. Οι παραστάσεις της, σε μικρά ειδώλια, τη δείχνουν «ευτραφή»» και αυτό είναι γενικό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιοχές όπου άνθησε ο νεολιθικός πολιτισμός. Έτσι βάση της μινωικής θρησκείας, είναι «ο κύκλος της βλάστησης». Η εναλλαγή των αισθημάτων του πρωτόγονου ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο του διαρκώς μεταβαλλόμενου κόσμου της φύσης ήταν φυσικό να οδηγήσει στη θεοποίηση των φυσικών δυνάμεων και στη λατρεία τους. Η μεγάλη θεότητα στη μινωική Κρήτη είναι η ίδια η φύση, η Μεγάλη Μητέρα. Η απεικόνισή της είναι πολύμορφη : Άλλοτε εικονίζεται σε κορυφή βουνού ανάμεσα σε λιοντάρια, ως «Ορεία Μήτηρ» και «Πότνια θηρών», άλλοτε ως «Θεά των Όφεων» ή του ιερού δέντρου, των πουλιών ή των λουλουδιών. Άλλοτε πάλι παρουσιάζεται ως πολεμική θεότητα με ασπίδα και ξίφος και άλλοτε ως θαλάσσια θεότητα που ταξιδεύει μέσα σε ιερό πλοίο. Σε όλες αυτές τις απεικονίσεις έχουμε έναν προφανή συμφυρμό θρησκευτικών και μαγικών αντιλήψεων. Η προσωποποίηση της βλάστησης εκφράζεται με τη μορφή νεαρού βρέφους ή νεαρού θεού που γεννιέται και πεθαίνει κάθε χρόνο και τον θέλησαν να νυμφεύεται τη θεά.

Ο «ιερός γάμος» των δυο αυτών θεϊκών μορφών συναντιέται και στις θρησκείες των ανατολικών λαών (Συρία, Βαβυλωνία, Σουμέριοι, Μικρά Ασία) και των Αιγυπτίων. Η σχέση των δυο αυτών προσώπων δεν είναι πολύ σαφής. Άλλοτε φαίνεται σαν σχέση ερωτική, που όμως δεν ολοκληρώνεται γιατί ο νεαρός θεός πεθαίνει λίγο πριν ή λίγο μετά το γάμο του με τη θεά, άλλοτε σαν σχέση μητρική ή αδερφική, άλλοτε σαν μια ακαθόριστη συντροφιά και συνοδεία. Η γέννηση και ο θάνατος του Δία ήταν αναμφίβολα σύμβολο της εξαφάνισης και αναγέννησης του φυτικού βίου στους κόλπους της φύσης. 

ΘΕΟΤΗΤΕΣ

Οι θεοί του πρωτομινωικού πάνθεου ήταν :

- Βελχανός ή Υάκινθος : θεός γιος και σύζυγος της Μεγάλης Μητέρας. Είναι θεός δισυπόστατος, πότε ισχυρός δαμαστής των θηρίων, των γρυπών και των φτερωτών αγριμιών και πότε αδύναμος σαν παιδί και σαν λουλούδι.

- Η Μεγάλη Μητέρα : Η δημιουργία της ξεπήδησε από την ανάγκη της γέννησης του πρώτου θεού. Τη Μεγάλη Μητέρα τη λένε «Ορεία Μήτηρ» και «Πότνια Θηρών», ονομασίες που δίνονται όταν την θεωρούν σαν ανάσα των βουνών και των δασών. Η Ορεία Μήτηρ εικονίζεται ανάμεσα σε λιοντάρια. Και ακόμη είναι και θεά του ιερού δέντρου και θεά των φιδιών.

- Η Δίκτυννα : όπως και από την ετυμολογία προκύπτει συνδέεται με το βουνό Δίκτη της Κρήτης. Πιθανολογείται πως θα είχε κάποιες αρμοδιότητες σχετικές με τις ιδιότητες του βουνού : τη θύελλα, τους ανέμους και τον κεραυνό. – Η Βριτόμαρτις : είναι νεαρή θεά μάλλον. Και πιθανώς έχει αρμοδιότητες σχετικές με κοπέλες «παρθένους», εξαιτίας της ετυμολογίας του ονόματός της (Βριτόμαρτις = Γλυκιά παρθένος).

Η Αριάδνη : Η πριγκίπισσα της Κνωσού, κόρη του Μίνωα, είναι μαζί θεά του φεγγαριού και των δέντρων και μια θεά που πεθαίνει κάθε χρόνο. – Λένε ακόμη πως οι κάτοικοι της Κνωσού λάτρευαν την Ανθεία, η οποία ταυτίζεται με την Αφροδίτη και την Καλλίχορη που σχετίζεται με την επίδοση που είχαν οι κάτοικοι στους χορούς. Χαρακτηριστικό της μινωικής θρησκείας αποτελεί η αριθμητική και δυναμική υπεροχή των Θεαινών. Πολύ αργότερα στη μινωική εποχή έρχονται και άλλες θεότητες του νεότερου ελληνισμού και υφίστανται κάποια τοπική προσαρμογή.

- Ο Ζευς γίνεται Ζευς – Βελχανός και Κούρος (αγόρι) και γεννιέται και πεθαίνει κάθε χρόνο. Τότε παρουσιάζεται και η Ήρα, η Αθηνά Ποτνία και ο Ποσειδώνας. Πολλές φορές στις λατρευτικές σκηνές παρουσιάζεται και πλήθος από φανταστικά πλάσματα που περιβάλλουν τους θεούς. Πολλά έχουν σώματα ζώων και ανθρώπινα κεφάλια, όπως οι Κένταυροι κ.λ.π. Επίσης πίθηκοι και πουλιά ήταν δαίμονες συνδεδεμένοι με την ανθηφορία, το χλόισμα, την καρποφορία και άλλες δημιουργικές διαδικασίες της φύσης. Ίσως οι μορφές αυτές προέρχονται από μαγικές τελετές στις οποίες μετείχαν οι ιερείς με ζωόμορφες μάσκες. Η μεταμφίεση είχε σκοπό να φοβίσει και να αποδιώξει τα κακά πνεύματα ή να εξαναγκάσει τους δαίμονες να βοηθήσουν στην καρποφορία. Όχι μόνο ο Δίας και η Αθηνά γεννήθηκαν στην Κρήτη, αλλά και άλλοι θεοί κατάγονταν από την Κρήτη.

Η Άρτεμη ταυτίστηκε με τις κρητικές θεότητες Δίκτυννα και Βριτόμαρτη. Η Άρτεμη είναι θεά της άγριας φύσης, περιδιαβαίνει τα βουνά και τα δάση, τα άλση και τα λιβάδια. Στη λατρεία της ανήκουν οργιαστικοί χοροί και το ιερό κλωνάρι. Κανένας από τους μεγάλους θεούς δεν έχει τόση σχέση με τη δεντρολατρεία. Η ομοιότητα με τη μινωική δεντρολατρεία και την οργιαστική όρχηση είναι καταφανής.

- Η Ειλείθυια είναι γνωστή στην ελληνική μυθολογία σαν η θεά που παραστέκεται στις γυναίκες στις ωδίνες του τοκετού. Έχει σχέση με την Άρτεμη που παρουσιάζεται κι αυτή να κάνει το ίδιο λειτούργημα με τη Ειλείθυια. Έτσι η Ειλείθυια ήταν η μινωική θεά της φύσης που προστάτευε στη γέννα ανθρώπους και ζώα.

- Μα και ο Δίας – παιδί και οι γιοι του Δία δείχνουν να έχουν σχέση με τη μινωική θρησκεία, αλλά από διαφορετικές πλευρές. Ο Δίας – παιδί λατρευόταν σε σπηλιές.

Ο Κρητικός για να εξευμενίσει αυτές τις θεότητες, χρησιμοποιεί άφθονες προσευχές και θυσίες, σύμβολα και τελετές που συνήθως εκτελούν ιέρειες και ενίοτε κρατικοί λειτουργοί. Για να απομακρύνει τους δαίμονες, σαλπίζει την κόγχη, παίζει αυλό ή λύρα και ψάλλει ομαδικά ύμνους λατρείας. Για να βλαστήσουν οι κήποι και οι αγροί, ποτίζει τα δέντρα και τα φυτά σε επίσημες τελετές ή οι ιέρειες του, γυμνές σείουν με μανία τα δέντρα με τους ώριμους καρπούς ή οι γυναίκες σε γιορταστική πομπή προσφέρουν καρπούς ή άνθη στη θεότητα η οποία μεταφέρεται σε φορείο.

Οι πιο δημοφιλείς λατρείες ήταν εκείνες που τις ασκούσαν στις κορυφές των ιερών βουνών, σε τριάντα πάνω – κάτω ιερά σπήλαια, γύρω από ορισμένα ιερά σε πεδιάδες, κοντά σε πηγές, στη ρίζα πολλών δέντρων, μπροστά σε μερικούς βράχους.Οι μυστηριώδεις δυνάμεις των οποίων επικαλούνται τη συνδρομή και την προστασία σ’ αυτά τα διάφορα μέρη, δεν ήταν ίδιες. Μνημόνευαν στους υψηλούς τόπους το θάνατο, την ανάσταση, το γάμο των μεγάλων ουράνιων αστεριών : του ήλιου, της σελήνης, των πιο ορατών πλανητών γιατί από αυτά εξαρτιόταν το ημερολόγιο, ο κύκλος της βλαστήσεως, ο ρυθμός της ζωής των κοπαδιών, η ναυσιπλοΐα, η βροχή και η ξηρασία, η υγεία των ζώων και των ανθρώπων. Στη θεότητα πρόσφεραν κυρίως τις απαρχές των καρπών της γης, θαλάσσια κογχύλια, ομοιώματα ζώων και ανθρώπων, θυσίες οικόσιτων ζώων ή θηραμάτων.

ΙΕΡΑ ΣΥΜΒΟΛΑ

Η μινωική θρησκεία προτιμούσε τη συμβολική δήλωση του θείου από την παραστατική απεικόνιση. Τα σπουδαιότερα σύμβολα ήταν :

α) Τα ιερά κέρατα : τα κέρατα καθώς και η ελιά, αποτελούν αντικείμενα και με αυτά στολίζουν τους βωμούς. Και η ιερότητα των κεράτων δε μπορεί παρά να έχει τοτεμική καταγωγή. Βέβαιο είναι ότι τα κέρατα είναι η θέση της καθοσιώσεως, γιατί τα ιερά αντικείμενα τα τοποθετούσαν ανάμεσά τους. β) Ο Κόμβος : είχε ποικίλες μαγικές, θεραπευτικές και προφυλακτικές ιδιότητες. Το δέσιμό του, εξασφαλίζει την κατοχή του αγαπημένου προσώπου και το λύσιμό του, κάνει πιο εύκολο τον τοκετό. Κυρίως όμως ο κόμβος δεσμεύει και υποτάσσει το δαιμονικό στοιχείο. γ) Η ασπίδα : μαγική και προφυλακτική σημασία πήραν από την ίδια τη φύση τους και ορισμένα αμυντικά όπλα, όπως η μεγάλη οκτώσχημη ασπίδα που κατασκευάζεται από δέρμα ταύρου, και το κράνος. Ίσως τα όπλα αυτά σχετίζονται και με την πολεμική υπόσταση της θεάς. δ) Ο σταυρός : ο σταυρός, θρησκευτικό σύμβολο της μινωικής θρησκείας, αποτελεί απομίμηση του αστρικού σταυρικού σχήματος και δεν έχει καμία σχέση με το χριστιανικό σταυρό. ε) Ο διπλός πέλεκυς : από βασικό εργαλείο καθημερινής χρήσης και όπλο, ο διπλός πέλεκυς έγινε σύμβολο υπερφυσικής δύναμης όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και στη Μικρά Ασία και σε άλλες περιοχές. Ίσως σχετίστηκε με τον κεραυνό που χτυπάει και ρίχνει τα ψηλά δέντρα στις θύελλες ή με τον ιερό ταύρο που τον θυσίαζαν με ένα τέτοιο όπλο. Ο διπλός πέλεκυς είναι σύμβολο τόσο χαρακτηριστικό και πανταχού παρών. Το χρησιμοποιούσαν για να βάζουν το οικοδόμημα ή το αντικείμενο κάτω από μια υψηλή προστασία ή να το προφυλάξουν από βεβήλωση, ακριβώς όπως συμβαίνει με το σταυρό. Είναι σύμβολο της καθαγίασης και της μύησης και συμβολίζει επομένως την ψυχή που οδεύει για τη θέωση και την ολοκλήρωση. στ) Δεντρολατρεία : πολλά ιερά αντικείμενα συμβολίζουν τη θεότητα στη μινωική εποχή. Εκτός από άλλα, σημαντική θέση είχαν τα ιερά δέντρα και ιδιαίτερα η ελιά. Η δεντρολατρεία φαίνεται θα αποτελούσε θρησκευτική τάση τοτεμικής εποχής – το τοτέμ θα μπορούσε να είναι ζώο ή φυτό. Από τα πολλά δέντρα η ελιά συγκέντρωσε ίσως τα πιο πολλά προσόντα για να θεωρείται τόσο στη μινωική Κρήτη, όσο και στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δέντρο ιερό. Πρώτα – πρώτα ο πολύτιμος καρπός της ελιάς, ήταν συνηθισμένη τροφή των αρχαίων. Μετά το λάδι, οπτικά χαρούμενο και τροφικά απαραίτητο. Το μεταχειρίζονταν σε πολλές περιπτώσεις και το μεταχειρίζονται και σαν γιατρικό. Με αυτό γίνονταν επαλείψεις και εντριβές.

ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Πέντε και περισσότερο χιλιάδες χρόνια, λοιπόν, πριν την σημερινή εποχή υπήρχε στην Κρήτη μια μορφή θρησκείας, μια λατρεία θεοτήτων της Φύσεως, πνευματικού επιπέδου ανώτερη φυσιολατρία. Οι κάτοικοι της Κρήτης ήταν από τους πρώτους που απέδωσαν στο θείο, σεβασμό και στα Μυστήρια. Μυστήρια, στα οποία γινόταν χρήση σημείων και συμβόλων και σε αυτά γίνονταν δεκτοί άνδρες και γυναίκες, που τελούσαν, στους μικρούς τότε σε μέγεθος ναούς τους, τις ιερουργίες και τις μυήσεις τους.

Αλλά στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η διάκριση των κυρίως λεγόμενων Μυστηρίων, δηλαδή των τελετών που κανείς δεν μπορούσε να μετέχει αν δεν ήταν μεμυημένος κατά τους απαιτούμενους τύπους, από τις ξεχωριστές εκείνες τελετές, μερικών εορτών, που η επιτέλεσή τους αν και περιοριζόταν σε ιδιαίτερη τάξη ανθρώπων ή γένους – άνδρες δηλαδή ή γυναίκες – δεν ήταν όμως απαραίτητο, οι λαμβάνοντες σ’ αυτές μέρος να είναι μεμυημένοι.

Παράδειγμα είναι οι τελετές μερικών εορτών, που ήταν μέρος της εξωτερικής λατρείας ορισμένων Μυστηρίων, όπως γινόταν στα της Μητέρας Ρέας, στα Κορυβαντικά της Κρήτης κ.λ.π. Αλλά οι γιορτές αυτές είχαν χαρακτήρα προπαρασκευαστικό ορισμένων ατόμων, ανδρών ή γυναικών, νέων ή νεανίδων για μελλοντικές μυήσεις τους στα επίσημα Μυστήρια, όπως γίνεται με τους λεγόμενους δοκίμους στις περισσότερες θρησκείες αρχαίες και σύγχρονες. Οι μειούμενοι στα Κρητικά Μυστήρια διδάσκονταν την Ιατρική, την καθαρτική, την ορχηστρική και τη μουσική τέχνη. Στην Κρήτη το κύριο μέρος της λατρείας ήταν αρχικά συγκεντρωμένο στο θηλυκό πρόσωπο της θεότητας, στη Μεγάλη Μητέρα, τη Ρέα – Γη ή Μα, γιατί αυτή συμβόλιζε την παραγωγική ανανεωτική φροντίδα της Μητέρας Φύσης. Οι θρησκευτικές τελετές ήταν απόδοση σεβασμού σ’ αυτήν και εκδήλωση της παρακλήσεως για τη βοήθειά της. Και σ’ αυτές πρωτεύουσα θέση είχαν οι Ιέρειές της σαν ομόφυλες της Μεγάλης θεάς.

Πολύ αργότερα πήραν μέρος πρωτεύοντες στις τελετές οι άνδρες, όταν ο βασιλιάς ήταν πλέον και Αρχιερέας και η λατρεία της «γονιμοποιητικής» δυνάμεως της Φύσεως στη μορφή του νεαρού γιου της Μεγάλης Μητέρας, του Κρηταγενή Δία και του Ποσειδώνα στη λατρεία του Ταύρου, κυριάρχησαν στην κρητική θρησκεία. Η Ρέα, η Μεγάλη πανάρχαια Θεά, η θυγατέρα του Ουρανού και της Γης, η σύζυγός του Κρόνου και η μητέρα του Κρηταγενή Δία, λατρευόταν κάτω από το ιερό Δέντρο της στις υψηλές κορυφές των βουνών και των λόφων, καθώς και στα Ιερά Σπήλαια. Το Ιερό Δέντρο και το Ιερό Σπήλαιο ήταν σύμβολα της μητρότητας και της ζωής. Γενικά οι Κρήτες για την τέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων προτιμούσαν χώρους απλούς, μακριά από κάθε επίδειξη. Η Μινωική Θρησκεία, βασισμένη σε βασικά μυστηριακές τελετές, έχει ανάγκη χώρων που υποβάλλουν το λατρευτή. Έτσι συνεχίζεται η χρήση των σπηλαίων, δημιουργούνται ειδικοί χώροι μέσα στα ανάκτορα, χρησιμοποιούνται οι κορυφές «ιερών» λόφων («ιερά κορυφής»), και στα τελευταία χρόνια υπάρχουν οικιακά ιερά.

Στο Ιερό δέντρο μπροστά και κατά τις τελετές μερικών εορτών της εξωτερικής λατρείας, γινόταν κυριότερα η προσφορά καρπών και κρασιού, καθώς και άλλες προσφορές, όπως επίσης και χοροί Ιερειών, Ιερέων και πιστών.

Η λατρεία γενικά προσφερόταν με πολλούς τρόπους. Ο πιστός παρουσιαζόταν στο Ιερό ή στην αόρατη θεότητα, όρθιος με το άκρο χέρι σφιγμένο και υψωμένο στο μέτωπο. Ακολουθούσε έπειτα η συμβολική λατρευτική πράξη, που εκδηλωνόταν κυρίως με την αναίμακτη προσφορά από καρπούς, νερό και μέλι ή κρασί και λάδι.

Κατά κανόνα οι τελετές άρχιζαν με την κάθαρση, που ήταν συνήθως πλύση των χεριών με αγιασμένο νερό, γιατί οι πιστοί έπρεπε να περάσουν καθαροί προς τον τόπο κατοικίας της θεότητας.

Ακολουθούσαν οι προσφορές και οι αναίμακτες θυσίες, καθώς και χοροί με τους οποίους οι χορευτές και οι χορεύτριες έρχονταν σε έκσταση για διευκόλυνση της επικοινωνίας με τη θεότητα.

Από τις γιορτές αυτές σημαντικότερη ήταν Τα Ταυροκαθάψια : παιγνίδια και αγώνες με ταύρους που γίνονταν την εποχή που ξαναγεννιέται η φύση και ο άνθρωπος, την άνοιξη.

Η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» 1970, τις ερμηνεύει ως εξής : «Το αγώνισμα βασίζεται στην ιερότητα του Ταύρου και στη σημασία του για τις λατρείες της γονιμότητας. Στην Κρήτη ο Ταύρος ταυτιζόταν με τον Ουρανό και τον Ήλιο, που γονιμοποιούν τη γη με τη ζέστη και τις βροχές, ενώ το θηλυκό στοιχείο η θεϊκή αγελάδα συσχετιζόταν με τη Σελήνη, που το σχήμα της θυμίζει κέρατα».

Πιθανόν, λοιπόν γι’ αυτόν το λόγο στις Κρητομινωικές Ταυροπαιδίες συμμετείχαν γυναίκες, που πρόσθεταν με την παρουσία τους τη χροιά ερωτικών παιγνιδιών με τον ώριμο και σφριγηλό ταύρο και που μ’ αυτές δηλωνόταν η συμβολική έννοια των τελετουργιών της γονιμότητας.

Ο ταύρος συλλαμβανόταν ζωντανός, χωρίς να πληγωθεί, με παγίδα από δίχτυ ή τον άρπαζε ξαφνικά ο ασκημένος θηρευτής από τα κέρατα και τον ακινητοποιούσε με το βάρος του, ως ότου τον δέσουν. Αργότερα αυτή η δραματική και επικίνδυνη σκηνή επαναλαμβανόταν μέσα στο θεατρικό χώρο της πολιτείας, για να χαρεί όλο το πλήθος το μοναδικό θέαμα. Το αγώνισμα πλουτιζόταν με νέα τολμηρά, ακροβατικά στοιχεία. Άντρες και γυναίκες πιάνονταν από τα κέρατα του ζώου και πηδούσαν με ποικίλες στάσεις επάνω στη ράχη του, ξαναπέφτοντας ύστερα στη γη.

Ο ταύρος θυσιαζόταν αργότερα, αλλά δε σκοτωνόταν κατά την ταυρομαχία. Οι αθλητές ήταν άοπλοι και αγωνίζονταν μόνο με το κορμί τους. Έτσι η κρητική ταυρομαχία μένει ένα ευγενικό και χαριτωμένο παιγνίδι, σύμφωνα με το χαρακτήρα ολόκληρου του μινωικού πολιτισμού.

Όση ώρα ο Ταυροκαθάπτης βρισκόταν πάνω στον ταύρο σειόταν και ένιωθε σαν να γίνεται γύρω του σεισμός. Το όλο αγώνισμα δηλαδή ήταν μια μίμηση του σεισμού, τον οποίον ο ταυροκαθάπτης προσπαθούσε να δαμάσει.

Οι τελετές αυτές ίσως αποσκοπούσαν στην αποτροπή του σεισμού με μαγικό τρόπο. Γι’ αυτό άλλωστε παρατηρούμε ότι τα ταυροκαθάψια τελούνταν σε περιοχές που μαστίζονταν από σεισμούς.

Στις μέρες των γιορτών γίνονταν σαν μέρος της εξωτερικής λατρείας κι άλλοι αγώνες, θεάματα και παιγνίδια κάτω από τα μεγάλα Ιερά Δέντρα.

Αυτά όμως είχαν σημασία για την εξωτερική λατρεία. Υπήρχαν όμως και τα Μυστήρια, με μυήσεις προορισμένα για τους λίγους πνευματικά περισσότερο ικανούς από τους πολλούς.

Τα Μυστήρια στην αρχαία Κρήτη ήταν διαχωρισμένα σε δυο μεγάλες λατρευτικές κατηγορίες : στα της Μεγάλης Μητέρας Ρέας – Γης και στα Μυστήρια του Κρηταγενή Ιδαίου Δία, αν και στις δυο αυτές κατηγορίες μυούνταν γυναίκες και άνδρες.

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΘΕΑΣ ΡΕΑΣ – ΓΗΣ

Στα μυστήρια αυτά έπαιρναν μέρος οι Κουρήτες, ιερείς που διακρίνονταν για τη σοφία τους. Τα μυστήρια αυτά είχαν κάποια ομοιότητα με τα Ελευσίνια μυστήρια. Τον μειούμενο τον οδηγούσαν μέσα σ’ ένα σπήλαιο όπου έμενε έγκλειστος για διάστημα 27 συνολικά μέρες.

Αφιερωμένα στην παραγωγική δύναμη της φύσης, στην ανανεωτική δηλαδή φροντίδα της με την χαρακτηριστική ιδιότητά της τη ζωή, είχαν σ’ αυτά καθώς είναι επόμενο, οι γυναίκες αρχικά την προτεραιότητα στις μυήσεις και στις τελετές. Τα Μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας ήταν διαχωρισμένα σε Μεγάλα και Μικρά. Στα Μικρά έπρεπε να προπαρασκευαστούν οι νέες γυναίκες για να καταστούν καθαρές και αγνές σωματικά και ψυχικά και να προχωρήσουν κατόπιν στα Μεγάλα Μυστήρια.

Στα Μικρά Μυστήρια διδάσκονταν οι παραδόσεις γύρω από τους Θεούς και τους ήρωες και η ερμηνεία των συμβολισμών της κυριαρχίας της Μεγάλης Μητέρας, η σχετική πάντοτε με τις φυσικές δυνάμεις και ιδιότητές της, στη γη, στη θάλασσα, στον αέρα και στη φωτιά, που ήταν συμβολικά ο όφις, ο ιχθύς, η περιστερά και ο λέων. Και σ’ αυτά γινόταν και η μύηση της κατασκευής του συμβολικού μίτου της Αριάδνης, που σήμαινε το υφάδι της ζωής ή και την παρθενική ζώνη.

Στα Μεγάλα Μυστήρια λειτουργούσαν βαθμοί μυστικών τελετουργιών προς τη θεά των όφεων, η οποία συμβόλιζε τη Μεγάλη Μητέρα Θεά.

Προκαταρτικοί της τελικής μυστηριακής ιερουργίας ήταν οι ιεροί χοροί. Αλλά εκτός από αυτούς γινόταν ακόμη συμβολικές λιτανείες ιερειών και ιερέων, μυστικές συνεστιάσεις, λατρευτικές προσφορές και θυσίες μέσα σε σπονδικές φιάλες και ρυτά, που προσφέρονταν στο Ιερό Δέντρο και στη Στήλη του Διπλού Πέλεκυ. Ο Διπλός Πέλεκυς βρισκόταν πάντοτε στημένος στο κέντρο του ιερού, είτε Ιερό Σπήλαιο ήταν αυτό ή Ναός, είτε Λαβύρινθος ή Αίθουσα του Θρόνου, ναού της λατρείας στα Μινωικά ανάκτορα, για να φανερώνει την ιερότητα και το «άβατο» του μέρους αυτού.

Η μυστική ιερουργία των Μεγάλων Μυστηρίων της Μητέρας Θεάς, ήταν μια τεχνική επικοινωνίας και επαφής με τη Μεγάλη Θεά, για να δέχονται οι μεμυημένες στα Μυστήριά της, γυναίκες, τη Θεία Δωρεά της απ’ ευθείας από τη Μητέρα Ρέα.

Στα Κρητικά Μυστήρια γενικά, η λειτουργική αυτή τέχνη λεγόταν «ιεροπραξία» για να ξεχωρίζει από τις άλλες ιερουργίες τους. Και το Ιερό Δέντρο το συνδεδεμένο με τη λατρεία της Θεάς Μητέρας, κάτω από το οποίο βρισκόταν ο ναός της, ήταν δρυς στις κορυφές των ορέων και η ελιά στα χαμηλότερα μέρη.

Το δέντρο ως σύμβολο συμβόλιζε τη μητέρα που προσφέρει τον καρπό της ζωής. Το σημαντικότερο μέρος της ιεροπραξίας των Μεγάλων Μυστηρίων, με τις ενωμένες δυνάμεις της Θεάς Μητέρας και του Θείου συντρόφου της σε μια ιερή ένωση, ήταν η απόκτηση από τους μύστες του χρυσού Διπλού Πέλεκυ.

Σύμβολο της πνευματικής αθανασίας και της σοφίας του Ιερού αυτού ζεύγους και σύμβολο της ενωμένης δύναμής τους επάνω στη γη, βρισκόταν πάντοτε στημένος στο κέντρο των ιερών σπηλαίων, στο κέντρο επίσης των Λαβυρίνθων ή της Αίθουσας του θρόνου. Και στους εσωτερικούς βαθμούς όλων των τάξεων των κρητικών μυστηρίων, είχε την ίδια σημασία με τη Θεά των όφεων, δηλαδή τη σημασία της συμβολικής και ουσιαστικής συνισταμένης στην πνευματική δημιουργική ένωση των δυο δυνάμεων της Φύσεως, της παραγωγικής και της γονιμοποιού.

Και αυτά γιατί οι μύστες της Κρητομινωικής θρησκείας, γνώριζαν τους πνευματικούς νόμους, γνώριζαν ότι τίποτα δε μπορεί να κατορθωθεί για την πνευματική αναγέννηση και την πνευματική απελευθέρωση των ανθρώπων, χωρίς τη διπλή ιερή ένωση, με τις ενωμένες δυνάμεις της στον καρπό τους, στον θεό δηλαδή του πνευματικού φωτός, που προσφέρεται σαν Θεία Δωρεά για έναν τέτοιο σκοπό.

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΑΓΕΝΗ ΙΔΑΙΟΥ ΔΙΑ

Το Ιερό Δέντρο και το Ιερό Σπήλαιο το διαδέχεται στις ιερουργίες, η λατρεία του Ιερού Λαβύρινθου με τον μέσα σ’ αυτόν Μινώταυρο. Του Λαβύρινθου, συμβολισμού καθολοκληρίαν όμοιου με τα δύο πρώτα ιερά αυτά σύμβολα της μητρικής λατρείας, αλλά που τονίζει όμως περισσότερο τον γονιμοποιό αρσενικό τύπο, με την παρουσία του Μινώταυρου μέσα σ’ αυτόν. Δίνει έτσι την προτεραιότητα στις ιεροτελεστίες στη γονιμοποιό δύναμη της Φύσεως με τον αρσενικό τούτον τύπο, χωρίς να παραμερίζει, την απαραίτητη άλλωστε αναπαραγωγό δύναμή της, που συμβολίζει την Ιερή Μητέρα.

Στου Κρηταγενή Ιδαίου Δία τα μυστήρια, λειτουργούσαν σε πρώτη τάξη τα Μυστήρια των ιδαίων Δακτύλων ή τα Κορυβαντικά. Τα Κορυβαντικά χαρακτήριζαν οι εξωτερικές τους τελετές στις οποίες έπαιρναν μέρος όλοι οι μεμυημένοι των πρώτων βαθμών, που παρασκευάζονταν για τις ανώτερες μυήσεις. Και αυτό γιατί λειτουργούσε και άλλη τάξη των ίδιων Μυστηρίων του Ιδαίου Δία, Τα Λαβυρινθικά ή του Ιερού Διπλού Πέλεκυ.

Στην τάξη αυτή, στις ιεροπραξίες της πρωτοστατούσαν οι άνδρες ιερείς του Θεού Δία, όπως στα Μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας Ρέας – Γης, πρωτοστατούσαν οι ιέρειές της, αν και όπως προαναφέρθηκε και στις δυο περιπτώσεις έπαιρναν μέρος γυναίκες και άνδρες.

Κατά τις μινωικές παραδόσεις, οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, οι Κορύβαντες και οι Κουρήτες, ήταν οι συνοδοί της Ρέας στο νησί της Κρήτης και οι προστάτες του νεαρού κούρου της Δία, γιατί αυτοί τον ανέθρεψαν και τον προστάτεψαν από νεογέννητο ακόμη.

ΤΑ ΚΟΡΥΒΑΝΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Στα Κορυβαντικά Μυστήρια λειτουργούσαν καθώς συμπεραίνουν οι ερευνητές, βαθμοί μυήσεων προπαρασκευαστικοί για τις ανώτερες μυήσεις, που γίνονταν όταν ο μειούμενος ύστερα από τις τελετουργικές δοκιμασίες κρινόταν άξιος. Η προπαρασκευή άρχιζε με μια τελετή όμοια με υιοθεσία, συμβολικό καθαρμό με νερό και προκαταρτική διδασκαλία των νεοφώτιστων.

Ακολουθούσαν τα αγωνίσματα δοκιμασίες της αξιότητάς του, όπως ήταν τα Ταυροκαθάψια και η μύηση σε κάποιο βαθμό με το λεγόμενο «Κορυβαντισμό», κάθαρση δηλαδή και αγιασμό με κορυβαντικές ιερουργίες και τελετές που κατά κάποιον τρόπο γιάτρευαν τους μειούμενους από του παλιού εαυτού τους τα πάθη.

Οι νικητές στα Ταυροκαθάψια, σχημάτιζαν τον λεγόμενο «Ταυρελάτη χορό ανδρών» και έψελναν τον νικητή παιάνα στον Κρητικό Απόλλωνα, τον προστάτη και αρχηγό τους, γιατί κατά τον μύθο, όσοι λάβαιναν μέρος ήταν παιδιά του.

Στους νικητές των Ταυροπαιδιών νέους και νέες, γινόταν έπειτα η ανάλογη διδασκαλία για την κατανόηση της μεγάλης σημασίας που είχε η σωστή ερμηνεία των συμβόλων και της ψυχοπνευματικής βοήθειας που μελλοντικά θα προσφερόταν σ’ αυτούς τους μεμυημένους στους πρώτους βαθμούς. Άλλωστε αυτό ήταν και το κυριότερο στάδιο της προπαρασκευής, το οποίο αναλάβαιναν οι ιερείς του Διός Κορύβαντες και οι Κορυβαντίδες ιέρειες της Ρέας και που την τελούσαν μέσα στο ναό ή το Τέμενός τους, στο Κορυβάντιο.

Τελικά, μέρος της μυητικής τελετής μετά τις Ταυροπαιδίες, ήταν και η πυρρίχη, ο ένοπλος ενθουσιαστικός χορός, με τη θορυβώδικη μουσική και την ορμητική κίνηση, που έφερνε τους χορευτές σε ενθουσιαστική έκσταση, τους έκανε δηλαδή σαν «μαινόμενους». Κατά τον Πλίνιο, με την πυρρίχη, έπεφταν σε ύπνωση με ανοιχτά τα μάτια.

Ο χορός ήταν και θα είναι πάντοτε βασικό μέρος κάθε τελετής ή γιορτής από την πρωτόγονη ανθρωπότητα μέχρι σήμερα, είτε εκδήλωση θρησκευτικού αισθήματος ήταν, είτε χορός χαράς, πανηγύρεων ή και χορός προκλήσεως των αόρατων δυνάμεων. Οι πυρρίχιοι των Κουρητών – Κορυβάντων στην Κρήτη, τελούμενοι προς τιμή του Δία, ήταν τόσο αρχαίοι, όσο και κάθε άλλος χορός που γινόταν προς τιμή του Απόλλωνα. Η επιτυχία, τέλος της μυητικής κορυβαντικής ιερουργίας και τελετής των Κορυβαντικών Μυστηρίων σε σύνολο, ήταν να αξιωθούν οι μυηθέντες να γίνουν «Κουρήτες», δηλαδή οι νεοφώτιστοι να γίνουν φωτισμένοι μύστες του Ιδαίου Δία. Να γίνουν κατά συνέπεια άξιοι για την εισδοχή τους σε ανώτερο βαθμό, στο βαθμό των «Βάκχων – Ιερέων», που τους έδινε το δικαίωμα έπειτα της εισόδου στην τάξη των Λαβυρινθικών Μυστηρίων.

Τούτο όμως για να γίνει έπρεπε ύστερα από τον ιερό χορό και την αναγνώριση της αξιοσύνης τους μετά την ολοκλήρωση της μυητικής τελετής, να ακολουθήσει η θεία Μετάληψη «της σάρκας και του αίματος» του Διόνυσου Ζαγρέα.

Έπειτα από αυτά, γινόταν φανερό το πόσο αληθινά οι αρχαίοι Κουρήτες γνώριζαν τα μυστήρια της Φύσεως και τα πνευματικά μέσα της επικοινωνίας με τη θεότητα. Γιατί εκτός της εξαγνιστικής για την ψυχή τους ακρεωφαγίας, γνώριζαν ότι για να εξιγιασθούν τελειωτικά αποκτώντας τον βαθμό των ιερέων, έπρεπε να περάσουν πρώτα από το επίσης εξαγνιστικό στάδιο του αγνού βίου, που το συμπληρώνει το στάδιο της μυήσεως με την μετάληψη του «αίματος και της σάρκας» του Ζαγρέα Διόνυσου.

Την ανακήρυξη των μεμυημένων στα Κορυβαντικά ως ιερέων – βάκχων, ακολουθούσε η τελετή της Θρονώσεως ή του Θρονισμού, που περιγράφεται στα «Ορφικά», στο κεφάλαιο Θρονισμοί Μητρώοι και Βακχικά : «Το ίδιο το οποίον οι στην τελετήν των Κορυβάντων κάμνουν γύρω από εκείνον για τον οποίον μέλλουν να τελέσουν την θρόνωση καθώς συνηθίζουν στον καλούμενον Θρονισμόν, που αφού καθίσουν τους μειούμενους οι κάμνοντες την τελετήν, σε κύκλο γύρω χορεύουν». Το μέρος τούτο της τελετής λεγόταν Θρόνωση ή Θρονισμός.

Τα Κορυβαντικά κατά συνέπεια σαν πρώτη τάξη των Μυστηρίων του Ιδαίου Δία, είχαν το σκοπό της προπαρασκευής των νεαρών μεμυημένων για την ανώτερη τάξη, με την επαφή τους με τις θεϊκές δυνάμεις και της προσφοράς σ’ αυτούς της θείας Δωρεάς με τη μετάληψη του πνευματικού φωτός και την καθιέρωσή τους στο βαθμό των ιερέων του θεού Δία.

Στην Κρητομινωική θρησκεία, πέρα από αυτές τις θεϊκές δυνάμεις, δέχονταν ότι δεν υπήρχαν αποθέματα άλλων πολύ μεγαλύτερων δυνάμεων για τους μεμυημένους των Κορυβαντικών. Γιατί καθώς πίστευαν, αυτές τους οδηγούσαν στη μελλοντική πνευματική τους τελειοποίηση στους ανώτερους βαθμούς της άλλης τάξεως, δηλαδή της τάξεως των Λαβυρινθικών Μυστηρίων και στην μέσα σ΄ αυτά τέλεια ένωσή τους με το Θεό, στη λεγόμενη πνευματική ευδαιμονία.

ΤΑ ΛΑΒΥΡΙΝΘΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Συναφή με την τάξη των Κορυβαντικών Μυστηρίων, ήταν τα Λαβυρινθικά, σαν δεύτερη τάξη των Κρητικών Μυστηρίων του Ιδαίου Δία.

Σ’ αυτά οι μυήσεις ήταν προορισμένες για τους λίγους δοκιμασμένους, εκείνους που είχαν περάσει από την τελευταία μύηση των Κορυβαντικών, εκείνους δηλαδή που είχαν γίνει βάκχοι – ιερείς και είχαν υποστεί τη λεγόμενη Θρόνωση ή Θρονισμό. Καθώς ήταν επόμενο, στις ιεροπραξίες τους λάβαιναν μέρος μόνο ιερείς του Θεού Δία και της Μεγάλης Μητέρας Ρέας – Γης.

Οι ιεροπραξίες που γίνονταν σ’ αυτά είχαν τον ίδιο σκοπό και την ίδια Τεχνική με τις ιεροπραξίες της εσωτερικής λατρείας της Μεγάλης Μητέρας. Αλλά η πρωτοστασία του αρσενικού τύπου στην τέλεσή τους, δηλαδή η πρωτοστασία των ιερέων του Δία ήταν φανερή γιατί πρωτοστατούσε το ηλιακό στοιχείο της γονιμότητας, που συμβολιζόταν με τον Ηλιακό Ταύρο.

Βαθμοί μυήσεως στα Λαβυρινθικά που θεωρούνται και εσωτερικοί βαθμοί των Κρητικών Μυστηρίων του Ιδαίου Δία, ήταν : ο Λαβυρινθικός Χορός, ο του ιερού Γάμου ή του Ιερού Διπλού Πέλεκυ και ο Βαθμός των Ιεροφάντων μυσταγωγών.

Ο Λαβύρινθος ήταν κυρίως μεγάλο πολύπλοκο υπόγειο σπήλαιο με πολλές και καμπυλωτές διόδους. Οι Λαβύρινθοι είναι οι τόποι χορού που συνδέονται με έναν χορό Λαβυρινθικού Τύπου. Στους χορευτικούς λαβύρινθους ξεχωρίζει πάντα μια γυναικεία μορφή, που πρέπει να κατακτήσει ο Κορυφαίος του χορού. Η κατάκτησή της επομένως είναι ένας ιερός Γάμος, μια ιερή ένωση του νικητή, του Ιερέα με τη Θεά του – βασίλισσα που στην προκειμένη περίπτωση του Κρητομινωικού Λαβύρινθου είναι η Αριάδνη.

Γιατί στην Αριάδνη, στη θυγατέρα του Μίνωα και της Πασιφάης, που ήταν πολύ στενά συνδεδεμένη με το Διόνυσο από την αρχή, για να γίνει σύζυγός του έπειτα, στη μεγάλη τούτη θεά, ανήκαν στα πανάρχαια χρόνια οι Λαβυρινθικοί χοροί της Κρήτης και των άλλων κέντρων της λατρείας της.

Ο νικητής, κορυφαίος του ανδρικού χορού αναδεικνύεται σύντροφος της κορυφαίας του γυναικείου, της χρονιάς εκείνης.

Ιερός Γάμος επομένως είναι ο βαθμός εκείνος της μυητικής ιερουργίας των Λαβυρινθικών που προσφέρει στους Μύστες της τη θεία Δωρεά, τις ενωμένες δηλαδή δυνάμεις του ζεύγους των Μεγάλων Θεών, στη μορφή του Διόνυσου Ελευθερέα, που είναι σε ανώτερη μυσταγωγική βαθμίδα η μεταμόρφωση του Ζαγρέα των Κορυβαντικών. Η θεία αυτή Χάρη, η κάθοδος της ενωμένης πνευματικής δύναμης του ζεύγους των Μεγάλων θεών, που προσφέρεται με τη νέα μορφή του Διόνυσου των Λαβυρινθικών, είναι το αίμα και η σάρκα του θυσιαζόμενου Ιερού Ταύρου, του Μινώταυρου, για να αναστηθεί με τη συμπαράσταση της Αριάδνης, στη νέα μορφή του αγωνιστή κορυφαίου. Για να αναστηθεί δηλαδή στον νέο Ιεροφάντη Μυσταγωγό, στο γήινο αντιπρόσωπο της θεότητας, στον Ιερέα – Βασιλιά, τον ιερό δηλαδή Κρητικό Ταύρο. Σύμβολό του τότε γίνεται ο Χρυσός Διπλός Πέλεκυς – Ιερή ποιμαντορική Ράβδος – λάφυρο της νίκης του, ιερό φυλακτό του, που κέρδισε στη λαβυρινθική δοκιμασία.

Στα χρόνια της ακμής του Μινωικού πολιτισμού οι πιστοί παραδέχονταν ότι και άνθρωποι ικανοί και ανώτεροι μπορούσαν να ενσαρκώσουν παροδικά ή να δέχονται τη θεότητα. Κάτι παρόμοιο που κι εμείς σήμερα το λέμε Θεοφάνια, επικοινωνία πνευματική, έμπνευση και θεία χάρη δοσμένη από το Θεό.

Η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρει ότι η βασίλισσα καθισμένη στον σκαλιστό αλαβάστρινο θρόνο της στο ανάκτορο της Κνωσού, παρίστανε τη Θεά και μετείχε στην τελετουργία. Υπήρχαν όμως και οραματικά Θεοφάνια. Ιερείς και Ιέρειες, πέφτοντας σε έκσταση με ένα οργιαστικό χορό, έβλεπαν τη Θεά να κατεβαίνει για μια στιγμή κοντά στο μικρό ιερό ή στο βωμό της. Ο μινωικός πολιτισμός αισθανόταν τη θεότητα σαν κάτι μυστηριακό, φευγαλέο και άπιαστο, που μόνο στιγμιαία παρουσιαζόταν με ανθρώπινη μορφή ή με διάφορες μορφές ιερών ζώων. Στην Κρήτη ο ταύρος ταυτίζεται με τον ουρανό και τον ήλιο, που γονιμοποιούν τη γη με τη ζέστη και τις βροχές, ενώ το θηλυκό στοιχείο, η θεϊκή αγελάδα, συσχετίζεται με τη Σελήνη, που το σχήμα της θυμίζει τα κέρατα. Έτσι ο γάμος του ταύρου με την αγελάδα είναι μαζί γάμος του ήλιου και του φεγγαριού. Αργότερα τα πρόσωπα του ιερού αυτού γάμου τα υποδύεται ο βασιλιάς και η βασίλισσα της Κνωσού, που το όνομα της Πασιφάης, δηλαδή ολόφωτη, δείχνει ακριβώς τη σχέση της βασίλισσας – Θεάς με τη Σελήνη.

Ο γιος της ο Μινώταυρος, άνθρωπος με κεφάλι ταύρου, λέγεται και Αστερίων, γιατί και αυτός όπως και ο πατέρας του, ταυτίζεται με τον έναστρο ουρανό.

Αυτός λοιπόν ο Μινώταυρος μυθεύεται ότι φονεύεται από το νικητή της Λαβυρινθικής ιερουργίας. Η θυσία ή ο φόνος του Ταύρου, συμβόλιζε τη σκοπιμότητα της ιεροπραξίας των Λαβυρινθικών για την αναγέννηση από το αίμα του, του νέου Ιεροφάντη μυσταγωγού. Η θυσία του ταύρου όμως και ξεχωριστά η θυσία του Μινώταυρου και το «ταυρείο αίμα» του, που προσφερόταν ως θεία δωρεά στους ιερείς και ιέρειες των Λαβυρινθικών, για να αναστηθεί από τον πιο άξιο ο νέος Ιεροφάντης, είναι κάτι συμβολικό που δύσκολα μπορούσε να ερμηνευθεί από τους αμύητους. Γιατί όπως και στα «Λιθικά» του Ορφέα, που καθώς φαίνεται είναι βαθμοί μυστηριακών μυήσεων, η «αναίμακτη θυσία» ήταν καθιερωμένη από τους μεγάλους μυσταγωγούς, έτσι και στην Κρητομινωική πανάρχαια λατρεία η αναίμακτη προσφορά ήταν το ίδιο καθιερωμένη και κατά συνέπεια η αιματηρή θυσία ήταν συμβολική. Η προσφορά λοιπόν του Ζαγρέα Διόνυσου στα Κορυβαντικά και η θυσία του Μινώταυρου – Ιερού Ταύρου Διονύσου στα Λαβυρινθικά, ήταν η θεία Δωρεά – κάθοδος της πνευματικής δύναμης, του συμβολικού ταυρείου αίματος, που αφού πέρασε από διάφορα στάδια και στα άλλα ελληνικά Μυστήρια των ιστορικών χρόνων, όπως και στα Μιθραϊκά των Περσών κ.λ.π. πέρασε και στα Χριστιανικά στους μετέπειτα αιώνες. Έγινε δηλαδή το «Αίμα και η Σάρκα του Χριστού», θεία δωρεά επίσης για την ψυχοπνευματική ανάσταση των ανθρώπων της Χριστιανικής θρησκείας.

ΜΥΗΣΗ

Όταν ο Πυθαγόρας πήγε στην Κρήτη για να μυηθεί, λέει ο Πορφύριος, στα Μυστήρια, έκανε καθαρμούς στην παραλία της Κρήτης αφού νήστεψε εννιά μέρες και έπειτα πήγε στο Ιδαίο Άντρο όπου γινόταν η μύηση. Αν σταθούμε στη μύηση του Πυθαγόρα, οπωσδήποτε οι υποψήφιοι έπρεπε προηγουμένως να καθαρθούν στη θάλασσα και να νηστέψουν εννιά μέρες. Επίσης η μύηση γινόταν στο Ιδαίο Άντρο.
Για το πως γινόταν η μύηση εκείνα τα χρόνια δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα. Και όσα γράφονται αποτελούν εικασίες που στηρίζονται σε αυθαίρετες και ατελείς πληροφορίες των αρχαίων και μάλιστα Αττικών συγγραφέων τους οποίους ρητώς κατακρίνει ο Πλάτωνας για τις μεροληπτικές για τους Κρήτες γνώμες και κρίσεις τους.

Μερικοί πιστεύουν ότι το ανάκτορο της Κνωσού ήταν ναός και ότι εκεί τελούνταν τα Μυστήρια. Τη γνώμη τους τη στηρίζουν στο γεγονός ότι μέσα στο ανάκτορο της Κνωσού βρέθηκε ένας μικρός βωμός και πάνω του βρέθηκαν θρησκευτικά σύμβολα. Κεντρικά στοιχεία των μυητικών τελετών είναι ο πλασματικός θάνατος και η πλασματική αναβίωση του μύστη, που πεθαίνει στην παλιά του κατάσταση και ανασταίνεται σε μια υψηλότερη σφαίρα.

Επίσης το πολύ διαδεδομένο έθιμο στην Κρήτη, ως την ελληνιστική εποχή ήταν ότι τα αγόρια και τα κορίτσια από ελεύθερους γονείς, όποια κι αν ήταν η ειδικότητά τους, υποβάλλονταν στο σύστημα της ομαδικής μυήσεως, που αντικαθιστούσε την εκπαίδευση, τον εξαγνισμό, τη δοκιμασία και την τελειοποίηση. Εμπιστεύονταν τα παιδιά όταν πλησίαζαν να γίνουν έφηβοι, σε ηλικιωμένους παιδαγωγούς που τα συγκέντρωναν σε ομάδες ή αδερφάτα : γνωρίζουμε τα ονόματα των Μελισσών, των Άρκτων, των Δακτύλων, των Κουρητών, των Κυκλώπων. Αυτοί ήταν οι σύντροφοι και μύστες του υπέρτατου θεού της Ίδης.

Τα διδασκαλεία όπου γινόταν η μύηση ήταν ανάλογα με τις περιοχές, για βοσκούς, σιδηρουργούς, χτίστες, αγγειοπλάστες, κυνηγούς, μάντεις. Σκοπός τους ήταν να μεταμορφώσουν το ατελές αυτό πλάσμα, το παιδί, σε τέλειο ον, αυτή την χωρίς προσωπικότητα, φύλο και πραγματικό όνομα κάμπια, σε ζωντανό μέλος του κοινωνικού συνόλου. Κι έτσι, το έπαιρναν μακριά από το χωριό, από τους γονείς και τα παιγνίδια του, το ανάγκαζαν να κοιμάται σε σκληρό κλινάρι, να μαθαίνει να μηχανεύεται και να κυνηγάει για να ζήσει, να μαθαίνει να κυριαρχεί το φόβο του, καθώς κατέβαινε στις σπηλιές, όπου γινόταν η μύηση και καθώς αντίκριζε «τέρατα» ή προσωπεία, να μαθαίνει, τέλος, τους κανόνες και τα κόλπα του επαγγέλματος. Αγόρια και κορίτσια άλλαζαν ρούχα, φορούσαν προσωπεία, φτιάχνονταν. Εξομοιώνονταν για μια στιγμή με νεκρούς. Μύηση σημαίνει καινούρια απαρχή. Πρέπει να πεθάνει κανείς για να ξαναγεννηθεί.

Έτσι ο νέος – α κατά τη διάρκεια των μυητικών αυτών ιεροτελεστιών πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες του – της και να δείξει το θάρρος και την αντοχή του – της. Ο μυούμενος – η «πεθαίνει» για να «ξαναγεννηθεί», αποποιείται την άγνοια και ασκείται στη γνώση, στην ουσία «εκπαιδεύεται». Με τη μύηση οι νέοι καθαίρονται, διδάσκονται και εντάσσονται στη νέα τους κατάσταση.

Aρχαίοι κρητικοί χοροί:
Πυρρίχιος
Ο Πυρρίχιος είναι ο αρχαιότερος ελληνικός πολεμικός χορός.
Μυθική αναδρομή
Για την δημιουργία του υπάρχουν τρεις μυθικές εκδοχές:
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κρόνου, πριν τις Τιτανομαχίες και ενώ ο Ζευς ήταν ακόμα βρέφος, οι Κουρήτες χόρευαν τον πυρρίχιο γύρω του κάνοντας δυνατό θόρυβο με τα όπλα και τις ασπίδες τους για να μην ακούσει ο παιδοκτόνος Κρόνος το κλάμα του.
Στην πολιορκία της Τροίας, ο Αχιλλέας, πριν κάψει το νεκρό του Πατρόκλου, χόρεψε τον Πυρρίχιο πάνω στην πλατφόρμα των καυσόξυλων πριν παραδώσει τον Πάτροκλο στη νεκρική πυρά (πυρά – Πυρρίχιος).
Ο Πύρρος (γιος του Αχιλλέα) κάτω από τα τείχη της Τροίας, χόρεψε σε αυτό τον ρυθμό, από τη χαρά του για το θάνατο του Ευρύπυλου (Πύρρος – Πυρρίχιος).
Ιστορική αναδρομή
Όποια και αν ήταν η μυθική «καταγωγή» του Πυρρίχιου, το σίγουρο είναι ότι τον χόρευαν από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Κρήτη, ενώ οι Σπαρτιάτες τον θεωρούσαν ένα είδος πολεμικής προπόνησης και τον μάθαιναν από μικρά παιδιά. Για τον Πυρρίχιο βρίσκουμε αναφορές στον Όμηρο και τον Ξενοφώντα. Ο δεύτερος δε, κάνει λόγο και για μια άλλη, πιο «ελαφριά» ή «εκφυλισμένη» εκδοχή του Πυρρίχιου, την «πύρριχη». Αυτή η νεότερη εκδοχή του χορού υποβιβάζεται σε χορό συμποσίων, δε χορεύεται από ομάδες πολεμιστών χωρισμένους σε αμυνόμενους και επιτιθέμενους αλλά από μία ομάδα χορευτών (ανδρών και γυναικών) σε κύκλο.
Στις μέρες μας, τον Πυρρίχιο έχουν διασώσει οι Πόντιοι, σε μία μορφή που πλησιάζει την πύρριχη, χωρίς οπλισμό, με άνδρες και γυναίκες, αλλά αντί οι χορευτές να σχηματίζουν κύκλο, σχηματίζουν ευθεία γραμμή.

Ταύρος
Από τις γιορτές αυτές σημαντικότερη ήταν Τα Ταυροκαθάψια : παιγνίδια και αγώνες με ταύρους που γίνονταν την εποχή που ξαναγεννιέται η φύση και ο άνθρωπος, την άνοιξη.
Η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» 1970, τις ερμηνεύει ως εξής : «Το αγώνισμα βασίζεται στην ιερότητα του Ταύρου και στη σημασία του για τις λατρείες της γονιμότητας. Στην Κρήτη ο Ταύρος ταυτιζόταν με τον Ουρανό και τον Ήλιο, που γονιμοποιούν τη γη με τη ζέστη και τις βροχές, ενώ το θηλυκό στοιχείο η θεϊκή αγελάδα συσχετιζόταν με τη Σελήνη, που το σχήμα της θυμίζει κέρατα».

Πιθανόν, λοιπόν γι’ αυτόν το λόγο στις Κρητομινωικές Ταυροπαιδίες συμμετείχαν γυναίκες, που πρόσθεταν με την παρουσία τους τη χροιά ερωτικών παιγνιδιών με τον ώριμο και σφριγηλό ταύρο και που μ’ αυτές δηλωνόταν η συμβολική έννοια των τελετουργιών της γονιμότητας.
Ο ταύρος συλλαμβανόταν ζωντανός, χωρίς να πληγωθεί, με παγίδα από δίχτυ ή τον άρπαζε ξαφνικά ο ασκημένος θηρευτής από τα κέρατα και τον ακινητοποιούσε με το βάρος του, ως ότου τον δέσουν. Αργότερα αυτή η δραματική και επικίνδυνη σκηνή επαναλαμβανόταν μέσα στο θεατρικό χώρο της πολιτείας, για να χαρεί όλο το πλήθος το μοναδικό θέαμα. Το αγώνισμα πλουτιζόταν με νέα τολμηρά, ακροβατικά στοιχεία. Άντρες και γυναίκες πιάνονταν από τα κέρατα του ζώου και πηδούσαν με ποικίλες στάσεις επάνω στη ράχη του, ξαναπέφτοντας ύστερα στη γη.
Ο ταύρος θυσιαζόταν αργότερα, αλλά δε σκοτωνόταν κατά την ταυρομαχία. Οι αθλητές ήταν άοπλοι και αγωνίζονταν μόνο με το κορμί τους. Έτσι η κρητική ταυρομαχία μένει ένα ευγενικό και χαριτωμένο παιγνίδι, σύμφωνα με το χαρακτήρα ολόκληρου του μινωικού πολιτισμού.
Όση ώρα ο Ταυροκαθάπτης βρισκόταν πάνω στον ταύρο σειόταν και ένιωθε σαν να γίνεται γύρω του σεισμός. Το όλο αγώνισμα δηλαδή ήταν μια μίμηση του σεισμού, τον οποίον ο ταυροκαθάπτης προσπαθούσε να δαμάσει.
Οι τελετές αυτές ίσως αποσκοπούσαν στην αποτροπή του σεισμού με μαγικό τρόπο. Γι’ αυτό άλλωστε παρατηρούμε ότι τα ταυροκαθάψια τελούνταν σε περιοχές που μαστίζονταν από σεισμούς.
Στις μέρες των γιορτών γίνονταν σαν μέρος της εξωτερικής λατρείας κι άλλοι αγώνες, θεάματα και παιγνίδια κάτω από τα μεγάλα Ιερά Δέντρα.
Αυτά όμως είχαν σημασία για την εξωτερική λατρεία. Υπήρχαν όμως και τα Μυστήρια, με μυήσεις προορισμένα για τους λίγους πνευματικά περισσότερο ικανούς από τους πολλούς.
Τα Μυστήρια στην αρχαία Κρήτη ήταν διαχωρισμένα σε δυο μεγάλες λατρευτικές κατηγορίες : στα της Μεγάλης Μητέρας Ρέας – Γης και στα Μυστήρια του Κρηταγενή Ιδαίου Δία, αν και στις δυο αυτές κατηγορίες μυούνταν γυναίκες και άνδρες. 
Ορσίτης
Κρητικός πολεμικός χορός που αναφέρεται στον Αθήναιο (ΙΔ’ 629C, 26). Μερικοί συγγραφείς πιστεύουν ότι και οι δύο χοροί ορσίτης και επικρήδιος είναι διαφορετικά ονόματα του ίδιου χορού. Τίποτε δεν είναι γνωστό για το χαρακτήρα του.
Επικρήδιος
Αρχαίος κρητικός πολεμικός χορός, αναφερόμενος από τον Αθήναιο (ΧΙΧ 629). Ονομαζόταν και “ορσίτης”. Όμως, το ότι στον σύγχρονο πηδηχτό χορό των Κρητών τα άλματα των χορευτών λέγονται “όρτες”(ή “όρτσες”), οδηγεί στο προφανές συμπέρασμα πως και ο επικρήδιος θα χορευόταν με τον ίδιο περίπου τρόπο. Είδος κρητικού πολεμικού χορού (πυρρίχη). Αθήν. (ΙΔ’ 629C, 26): «όθεν εκινήθησαν αι καλούμεναι πυρρίχαι και πας ο τοιούτος τρόπος της ορχήσεως· πολλαί γαρ αι παρονομασίαι αυτών, ως παρά Κρησίν ορσίτης και επικρήδιος» (και μπήκαν [τότε] σε χρήση οι λεγόμενες πυρρίχες και κάθε τέτοιο είδος χορού· πολυάριθμες είναι αληθινά οι ονομασίες τους, όπως λ.χ. στους Κρητικούς ? ο ορσίτης και ο επικρήδιος).
Τίποτε το θετικό δεν είναι γνωστό για τα χαρακτηριστικά του στοιχεία.
Γέρανος
Χορός που τον εφεύρε, σύμφωνα με μια παράδοση,ο Θησέας· ? τον χόρεψε για πρώτη φορά στη Δήλο ? μαζί με τους επτά νέους και τις επτά νέες που έσωσε από τον Μινώταυρο ? στην Κρήτη ?. Οι κινήσεις του χορού επιζητούσαν να εκφράσουν τους πολύπλοκους ελιγμούς που οδηγούσαν μέσα από το λαβύρινθο ? προς τα έξω.Ο Πολυδεύκης (IV, 101) γράφει: «συνήθιζαν να χορεύουν το γερανό πολλοί μαζί, με τον ένα χορευτή πίσω από τον άλλο σε μια σειρά· τα άκρα της σειράς σε κάθε πλευρά τα κρατούσαν οι κορυφαίοι γύρω από τον Θησέα ? και [χόρευαν το γέρανο] πρώτα γύρω από τον Δήλιο ? βωμό, μιμούμενοι την έξοδο από το λαβύρινθο» ?.Ο αρχηγός (κορυφαίος) του γέρανου λεγόταν γερανουλκός· Ησ.: ¨¨’’ο του χορού του εν Δήλωι ? γερανουλκός».
Γέρανος και Γερανός λεγόταν ο χορός που απομιμούνταν το πέταγμα των γερανών σε σειρά (πρβ. Λουκ. Περί ορχ. 34).
Ένας χορός που βασίζεται στη μυθολογία είναι ο χορός Γέρανος.Είναι γνωστό πως ο Θησέας σκότωσε το μινώταυρο στο λαβύρινθο της Κνωσού. Στην επιστροφή του στην Αθήνα, σταμάτησε στη Δήλο , όπου πρόσφερε θυσίες στους θεούς για να τον σώσουν . Κατά τη διάρκεια της θυσίας, χόρεψε ένα χορό με φιδίσιες κινήσεις, που αντιπροσώπευαν τα γεμάτα στροφές μονοπάτια του λαβύρινθου και το στενό μέρος, όπου πήρε  θέση η μάχη με τον μινώταυρο. Αυτός είναι ο χορός του λαβύρινθου ή ο Γέρανος όπως τον ξέρουν τα αρχαία κείμενα. Οι ιστορικοί τοποθέτησαν αυτό το μύθο στην εποχή της δύναμης του μινωικού πολιτισμού. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι ο χορός Τσακώνικος, που χορεύεται και στις μέρες μας στην Πελοπόννησο, ίνα η συνεχεία του αρχαίου Γέρανου. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι μορφές αυτής της κίνησης είναι κοινές με μορφές χορών άλλων ανθρώπων. Βέβαια, στις πιο πολλές περιοχές, αυτοί οι χοροί και οι μορφές σχετίζονται με το φίδι. Πάντως, στον ελληνικό κόσμο, αυτοί οι χοροί σχετίζονται με το Θησέα και το λαβύρινθο. Στην πραγματικότητα, η Δώρα Στράτου, μια πρωτοπόρος  στον τομέα του ελληνικού χορού, ανακάλυψε έναν ίδιο χορό στην Κρήτη, που ονομαζόταν ‘’ο χορός του Θησέα” στην αρχή αυτού του αιώνα. Σήμερα ονομάζεται Σιγανός και είναι γαμήλιος χορός
Οδηγείται από το γαμπρό, που μαθαίνει πως να ξεπερνάει το λαβύρινθο της ζωής.


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ενημερωθείτε εδώ!
Μάθετε πρώτοι τα νέα μας!
Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας.