Skip to content

Η παραδοσιακή φορεσιά του Κρούστα Μεραμπέλλου Κρήτης

Η παραδοσιακή φορεσιά του Κρούστα Μεραμπέλλου Κρήτης

Ευθύμιος Βασιλάκης (Ελλάδα)

     Στις μέρες μας στην Κρήτη, όταν μιλάμε για φορεσιά ο νους μας πάει στα χορευτικά συγκροτήματα τα οποία δυστυχώς καθιέρωσαν μια «Παγκρήτια» φορεσιά, όπως έγινε στο χορό και τη μουσική, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει η φορεσιά της Κεντρικής Κρήτης σ’ ολόκληρο το νησί.

    Η Ανατολική Κρήτη (ευρύτερη περιοχή του νομού Λασιθίου) εκτός την μουσική και το χορό παρουσιάζει ιδιαιτερότητα και στη φορεσιά. Εμείς θα παρουσιάσουμε ένα τύπο φορεσιάς της Ανατολικής Κρήτης  την φορεσιά του Κρούστα που ευτυχώς την προλάβαμε  ζωντανή˙  ακόμα και σήμερα κάποιες γυναίκες τη φορούν και ράβουν για τα παιδιά τους.

    Η παρακάτω λοιπόν εργασία αφορά την εξελικτική πορεία της κρουστιανής φορεσιάς από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα.

    Κρούστας˙ χωριό ημιορεινό με 530μ. υψόμετρο που ανήκει στην επαρχία Μεραμπέλλου σύνορα με την επαρχία Ιεράπετρας. Χωριό αγροτοκτηνοτροφικό, που οι κάτοικοι διακρίνονται για τις ιδιαίτερες επιδόσεις στην υφαντική, την ξυλογλυπτική, το χορό και το τραγούδι. Το χωριό χαρακτηρίζεται φτωχό (με περιορισμένες ποσότητες προϊόντων, αλλά καλής ποιότητας) και οι άνθρωποι διακρίνονται από την προσπάθειά τους να είναι αυτάρκεις, γι’  αυτό και σημειώνουμε την ιδιαίτερη επίδοση των γυναικών στην υφαντική.

    Είναι φυσικό η φορεσιά των ανδρών και γυναικών να φτιάχνεται εξ’  ολοκλήρου – πλην ορισμένων κομματιών όπως θα πούμε αργότερα – από τις ίδιες τις νοικοκεράδες στο σπίτι.

    Να πούμε εξαρχής ότι η φορεσιά σκολιανή και καθημερινή ήταν η ίδια, με διαφορά μόνο στην ποιότητα των υφασμάτων ή την ποικιλία των κεντημάτων (ξόμπλια).Βέβαια υπήρξε ένας ανταγωνισμός – άμιλλα πιο σωστά – ανάμεσα στις γυναίκες  προς όφελος βέβαια πάντα της ποιότητας της φορεσιάς.

   Η «πορεία» της φορεσιάς του χωριού δείχνει ότι οι άνθρωποι αφομοίωναν δημιουργικά κάθε ξένο στοιχείο. Για παράδειγμα, μεγάλα ιστορικά γεγονότα έπαιξαν σημαντικό ρόλο, όπως η Μικρασιατική καταστροφή που έφερε την γκιλότα στην κρητική φορεσιά (η οποία ήταν βασικό μέρος της στολής του ιππικού).

     Ξεκινάμε με την κούδα, που ήταν η φορεσιά του χωριού μας, της Κριτσάς και πιθανόν και άλλων χωριών και είναι πρόγονος της σημερινής φορεσιάς. Σήμερα δεν φοριέται πια παρά μόνο σε λαογραφικές εκδηλώσεις που δεν αποτελούν τον κανόνα και συνήθως είναι κακοραμμένες.

Γυναικεία φορεσιά

Κούδα

     Αποτελείται από ένα σχετικά μακρύ γιλέκο, που φτάνει πιο κάτω από τη μέση (μέχρι τους γοφούς), χωρίς μανίκια, ανοιχτό από μπρος να φαίνεται το ποκάμισο και κουμπωνόταν με ένα ή δύο γάντζους στη μέση.

     Από κάτω έμπαινε το ποκάμισο που έφτανε μέχρι χαμηλά, αλλά πιο πάνω (15-20 εκ.) από την βράκα που έφτανε και σουρωνόταν μέχρι τους αστραγάλους.

Η κούδα ήταν πολύπτυχη στο πίσω μέρος φούστα, η οποία διπλωνόταν με ειδικό τρόπο, ώστε να σχηματίσει ένα ιδιόμορφο σχέδιο πίσω (Ροδαρά).

  Στο κεφάλι χρησιμοποιούνταν ή μπόλια, ή μπολίδι[1](μαντήλι) για τις γεροντότερες, ενώ στα πόδια παπούτσια απλά. Μπροστά έμπαινε ποδιά υφαντή με σχέδιο υφαντό στο κάτω μέρος, και ήταν πιο κοντή από το ποκάμισο.

    Φορέθηκε στον Κρούστα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά συνυπήρχε για ένα διάστημα με την σημερινή, που κυριάρχησε ίσως λόγω απλότητας κατασκευής. Η κούδα λοιπόν υποχωρεί και τη θέση της παίρνει το σακοφίστανο όπως σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (με διάφορες βέβαια παραλλαγές).

Σακοφίστανο

     Αποτελείται από τη βράκα, το ποκάμισο, το μπούστο, τη μεσόφουστα, το σάκκο, τη φούστα, τα υποδήματα, και το κάλυμμα της κεφαλής.

Βράκα

  ΄Ήταν πλατιά και τα δυο σκέλη της έφταναν ακριβώς κάτω από το γόνατο ώστε να το καλύπτουν. Στο κάτω μέρος σουρωνόταν και έραβαν 2 σειρές γαϊτάνι πλεγμένο από μπαμπάκα (άσπρο μπαμπακερό νήμα), σε τόσο πλάτος ώστε να εφαρμόζει στο πάνω μέρος της γάμπας.

    Στην κορυφή διπλωνόταν και περνούσαν ένα κορδόνι με το οποίο την έσφιγγαν στη μέση. Καμιά φορά σχημάτιζαν δύο μικρούς  χαρμπαλάδες στο κάτω μέρος της βράκας.

Ποκάμισο

    Γινόταν από λευκό πανί του αργαστηριού (αργαλειού) ή αγοραστό μπουκασί[2] ή χασεδόπανο[3] αργότερα. ΄Ηταν φαρδύ σόβγαρτο με κοντές  μανίκιες (μανίκια), χωρίς γιακά και άνοιγμα μέχρι την κοιλιά περίπου. ΄Έμπαινε πάνω από τη βράκα και έφτανε λίγο ποιο πάνω από το γόνατο.

Μπούστος

    Τον φορούσαν πάνω από το ποκάμισο – από το ίδιο με τα προηγούμενα ύφασμα – χωρίς γιακά κι’ αυτός, με κουμπιά, μέχρι το λαιμό. Ο μπούστος ήταν εφαρμοστός για να συγκρατεί το στήθος.

Σάκκος

    Φοριόταν όπως το σακάκι ήταν εφαρμοστός στο σώμα κάθε γυναίκας και κουμπωνόταν από μπροστά – στη μέση ή λίγο δεξιά-με σούστες. Στο σημείο της μέσης εσωτερικά γαζωνόταν στενή υφασμάτινη λουρίδα (λωρίδα) που δενόταν μπροστά και έσφιγγε τον σάκκο λίγο πιο πάνω από τον κόκκαλο (γοφό).Είχε γαζωτές πιέτες από προς και από πίσω, μέχρι το σημείο που γαζωνόταν η λουρίδα, κάτω από την οποία οι πιέτες έπεφταν ελεύθερες (όχι γαζωμένες) περίπου 8 εκ.

Φούστα

    ΄Έφτανε μέχρι το μέσο της κνήμης (όχι στον αστράγαλο).Στο πίσω μέρος ήταν σουρωτή ενώ από μπροστά ίσια, με λουρίδα 1,5 – 2 εκ. στο πάνω μέρος γαζωτή, και κουμπωνόταν με γάντζο ή άφηναν τη λουρίδα πιο μακριά και δενόταν οι δύο ελεύθερες άκρες. Παλιότερα κουμπωνόταν στον αριστερό κόκκαλο, ενώ τώρα στο μέσον της πίσω μεριάς.

     Στο κάτω μέρος στο 1/3 περίπου του μήκους της ραβόταν σαν συνέχεια της φούστας μια λωρίδα υφάσματος σουρωτή ή σαν πιέτες ο χαρμπαλάς , ο οποίος συνήθως φοδραριζόταν από μέσα με άλλο ύφασμα (ασταρλίκι).

    Υπήρχαν και φούστες με δυο χαρμπαλάδες. Σ’  αυτήν την περίπτωση η φούστα ραβόταν μονοκόμματη μέχρι κάτω. Στο κάτω μέρος της ραβόταν ένας χαρμπαλάς περίπου 10-12 εκ. πλάτος που έφτανε λίγο πιο πάνω από το τελείωμα της φούστας, και πιο πάνω ένας άλλος που έφτανε μέχρι την αρχή του πρώτου. Και σ’  αυτήν την περίπτωση οι χαρμπαλάδες φοδραριζόταν. Πιο πάνω από τους χαρμπαλάδες σ’  όλο τον κύκλο της φούστας φτιαχνόταν μια ή δυο μικρές πιέτες ή ραβόταν σιρίτι (τρέσα του εμπορίου). Τα ίδια σιρίτια ράβονταν και στον σάκκο, στα μανίκια ή στο τελείωμα του νωμίτη.

    Τα υφάσματα ήταν ζακάρ μονόχρωμα σε διάφορα χρώματα, ανάλογα με την ηλικία. Οι νέες πιο ανοικτά και οι παλαιότερες πιο σκούρα χρώματα. Συνηθισμένα χρώματα ήταν το τριανταφυλλί, το κίτρινο, το ροδί, το μπορντό, το κυπαρισσί κ.λ.π.


Υποδήματα

    Φορούσαν παπούτσια ή στιβάνια. Τα παπούτσια ήταν μαύρα χειροποίητα με χαμηλό τακούνι όπως οι γόβες.

    Τα στιβάνια κατασκευάζονταν όπως και τα ανδρικά από τομάρι[4] με το χνουδωτό μέρος απ’  έξω και ήταν δυο ειδών, τα απλά φτιαγμένα εξ’ ολοκλήρου με το ίδιο δέρμα, και τα κοκκινομούζακα που στο κάτω  μέρος – το μουζάκι – φτιαχνόταν από κόκκινο δέρμα. Θεωρούνταν καλύτερα από τα απλά και τα φορούσαν συνήθως οι πιο νέες. Τα καλάμια (το κομμάτι που κάλυπτε την κνήμη) ήταν από μονό δέρμα με μικρές μύτες (κόκιες) γύρω – γύρω στα χείλη. Είχαν κάποια ομοιότητα με αυτά της Καρπάθου.

Μεσόφουστα

   Έμπαινε έξω από το ποκάμισο και ήταν από λευκό ύφασμα, πιο λεπτό από του ποκαμίσου και λίγο πιο στενή απ’  έξω. ΄Ηταν και αυτή συνήθως με χαρμπαλά μονό και στο κάτω μέρος της ραβόταν δαντέλα με τρόπο ώστε να εξέχει λίγο από την κάτω  άκρη της έξω φούστας, να γελά όπως λέγεται.

Μαντήλα (Ποδιά)

Κάλυπτε το μπροστινό μέρος της φούστας και ήταν στο μήκος της. Στο πάνω μέρος γαζωνόταν λουρίδα 1,5 – 2 εκ. με την μια άκρη πιο μακριά από την άλλη και δενόταν στην αριστερή μεριά (αριστερό κόκκαλο). Είχε μια μικρή τσέπη στο δεξιό μέρος και 2 – 3 πιέτες ή χαρμπαλά στο κάτω μέρος. Το χρώμα του υφάσματος ήταν τέτοιο ώστε να έρχεται σε αντίθεση με αυτό της φούστας και του σάκκου. Στις μαύρες ποδιές στο κάτω μέρος έκαναν κέντημα και καμιά φορά και ένα μικρό κέντημα στην τσέπη.

    ΄Ηταν απαραίτητο εξάρτημα της φορεσιάς και φοριόταν και τις καθημερινές και τις σκόλες  (εορτές ).

Κάλυμμα κεφαλής

    Στην κεφαλή φορούσαν μπολίδι (μαντήλι) μαύρο ή καφέ, ή γιαρμά (μαντήλι σε διάφορα χρώματα: κίτρινο, πράσινο, μαύρο με σχέδια σταμπαριστά γύρω – γύρω), ή μπόλια (μακρύ λεπτό ύφασμα, μήκους 2-2,5μ. και πλάτος 40-50 εκ. περίπου με κρόσια στις άκρες) που σκέπαζε την κεφαλή και έριχναν την μια άκρη μπροστά και την άλλη πίσω αφού περνούσε από το λαιμό κάτω από το πηγούνι ή έριχναν και τις δυο άκρες πίσω.

   Χρησιμοποιούνταν και μποξάδες οι οποίοι ήταν φτιαγμένοι από ψιλοκλωσμένο μαλλί. Πλεκόταν στρογγυλά κομμάτια και μετά συναρμολογούνταν ώστε να γίνει τριγωνικός και μακρύτερος όμως στις δυο άκρες. Τον φορούσαν με τη μύτη μπροστά (σε αντίθεση με το μαντήλι που ήταν πίσω) και έριχναν και τις δύο άκρες με τις φούντες πίσω αφού τις περνούσαν γύρω από το λαιμό. ΄Έφτανε στο μήκος μέχρι το πίσω μέρος του γονάτου περίπου. Παλαιότερα ήταν με μαύρο μαλλί και αργότερα με άσπρο ή βαμμένοι συνήθως σε κίτρινο χρώμα.

    Οι κοπελιές στο χορό φορούσαν μπόλια ή μποξά. Οι νύφες συνήθως τη μπόλια και μετά το καφέ μπολίδι ή το γιαρμά . Με την πάροδο της ηλικίας το αντικαθιστούσαν με το μαύρο μπολίδι, το οποίο δενόταν με 5 – 6 διαφορετικούς τρόπους.

Ζιπόνι

    Παράλληλα με το σακοφίστανο χρησιμοποιήθηκε και το ζιπόνι, το οποίο ήταν μονοκόμματο φόρεμα με πιο φτηνό ύφασμα και σε σκούρα χρώματα. Το πάνω μέρος φτιαχνόταν όπως ο σάκκος, αλλά πιο απλά χωρίς πιέτες και κουμπωνόταν  με κουμπιά στη μέση του στήθους. Το κάτω μέρος φτιαχνόταν όπως η φούστα, αλλά ραβόταν στο πάνω κομμάτι, ώστε να αποτελέσει ένα φόρεμα. Χρησιμοποιούνταν και εδώ η μαντήλα μπροστά και το μπολίδι στην κεφαλή. Φοριόταν από μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες.

     Σιγά σιγά γύρω στο μεσοπόλεμο, η φορεσιά απλοποιήθηκε. ΄Έφυγαν οι νωμίτες από το σάκο που φτιαχνόταν πιο απλός και οι χαρμπαλάδες από την φούστα. Παρέμειναν μόνο οι πιέτες στο κάτω μέρος του φουστανιού. Παράλληλα εγκαταλείφθηκαν και τα παλιά υφάσματα και άρχισαν να χρησιμοποιούνται πλέον πιο απλά του εμπορίου.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ενημερωθείτε εδώ!
Μάθετε πρώτοι τα νέα μας!
Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας.