Το παραμύθι μας «Τα στιβάνια του παππού», γεννήθηκε στη σκέψη του δημιουργού σε στιγμές συναισθηματικής αναζήτησης, σε στιγμές εσωτερικής παρόρμησης.

Ο εμπνευστής και δημιουργός του παραμυθιού Γιάννης Μεγαλακάκης με την φιλόμυθο σκέψη, τη βαθειά και ειλικρινή αγάπη για την τέχνη, και κυρίως με την αδιάπτωτη αγάπη του για την Κρήτη, χρόνια τώρα, ανοίγει δρόμους και μας καλεί να «συμπορευτούμε»∙ όλους εμάς που αγαπάμε την παράδοση και πρωτίστως τα παιδιά, επιβεβαιώνοντας –έτσι- την άποψη ότι το παραμύθι αποτελεί «τη βασιλική οδό της παιδικής λογοτεχνίας».
Ανάμεσα στις άλλες δραστηριότητες του συγγραφέα (έρευνα – χορός μαντινάδες κ.λπ.), η γραφή του παρόντος παραμυθιού αποτελεί ένα αντίδωρο στη γενέθλια γη, τη μάνα γη, κι ένα παράθυρο για να μπει στο σπίτι της ψυχής όλων μας καθαρός αέρας.

Οι πολιτιστικοί κώδικες και οι ηθογραφικές αναφορές, εμφανείς στο παραμύθι, «Τα στιβάνια του παππού», σε μια γλώσσα λαγαρή και ρέουσα, μια πλούσια γλώσσα σε πολυτυπία και πολυσημία, προσδίδουν μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, μια γλυκυθυμία για τα περασμένα και μια νοσταλγική ενατένιση των γεγονότων.
Από τους ήρωες του παραμυθιού που ξεχωρίζω, αναφέρω εδώ τη διαχρονική και αγέρωχη παρουσία του παππού∙ μια μορφή που συμβολίζει ακριβώς τον πυρήνα, το στέρεο «αγκωνάρι» της ελληνικής οικογένειας, δεδομένου ότι αυτή κατάφερε να διατηρήσει τη συνοχή και τη συνέχειά της μέσα στην ιστορία. Αυτό οφείλεται στις γεωγραφικές και ιστορικές συνθήκες της πατρίδας μας (μεγάλη απομόνωση των κοινοτήτων – αγώνες για την επιβίωση και την ελευθερία) και κυρίως στον έντονο συναισθηματισμό, δηλαδή την ευαισθησία του ΄Ελληνα, αυτό το παραδοσιακό φυλετικό συναίσθημα που από τους παλιούς χρόνους έχει κατασταλάξει μέσα στο λεγόμενο «συλλογικό ασυνείδητο» της εθνικής ψυχής.

Γύρω από αυτή, λοιπόν, τη σεβάσμια μορφή του παππού, ο συγγραφέας -με περισσή ευαισθησία- «υφαίνει» την πλοκή του παραμυθιού του. Άλλωστε, η σχέση παππού και εγγονού και στην πατρίδα μας είναι και παραμένει πανίσχυρη (καθώς το όνομα του πρώτου περνάει και στον νεότερο, ενισχύοντας έτσι τον γενεαλογικό κορμό της κάθε οικογένειας).
Αντιστοίχως, το ίδιο ισχύει και για την Ελληνίδα γιαγιά, αυτή την ανεπανάληπτη και καθαγιασμένη παρουσία, η οποία ανέθρεψε –γαλούχησε και εξακολουθεί να γαλουχεί και να παιδαγωγεί με τον δικό της ξεχωριστό παραδοσιακό τρόπο, γενιές και γενιές

«Του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου», λέει ο λαός μας.

Εκτός από το κείμενο, το πολυτροπικό (καθώς συνδυάζει εικόνα και λόγο), την προσοχή μας αξίζουν και οι υπέροχες εικόνες της Δήμητρας Πέππα, που φιλοτεχνούν το παραμύθι του Γιάννη Μεγαλακάκη. Ανακαλούν στη μνήμη τα παλιά –εξαίρετα- «Αναγνωστικά», τα οποία αποτελούν πλούσια πηγή έρευνας και μελέτης ποικίλων εκδηλώσεων της νεοελληνικής κοινωνίας, όπως είναι η πατριαρχική οικογένεια, η σχέση σχολείου και οικογένειας και πολλών άλλων θεμάτων.
Επί πλέον, τα μηνύματα που απορρέουν από τις εικόνες κάθε σελίδας του παραμυθιού του Γιάννη Μεγαλακάκη, προκαλούν ποικίλους συνειρμούς, παραπέμποντας στην παιδική ηλικία κάθε αναγνώστη.
Η συναισθηματική φόρτιση τέμνεται με βιώματα καθοριστικά, παραλ-λαγμένες αξίες και τρυφερές νοσταλγικές μνήμες.


Εδώ δεν θα ήταν υπερβολή να ξεχωρίσω την προσφορά των αδελφών Μεγαλακάκη, του Γιάννη και του Γιώργου, οι οποίοι μέσα από ενδελεχή προσπάθεια και έρευνα, καταφεύγοντας σε ιστορικές πηγές, κονιορτοβριθή έγγραφα, ζωντανές αφηγήσεις κ.λπ. έχουν καταφέρει να αποθησαυρίσουν ένα ογκώδες πρωτογενές λαογραφικό υλικό γύρω από τους κρητικούς χορούς.
Αυτή η αέναη προσπάθεια, η αναγωγή των χορών της Κρήτης στην αφετηριακή τους μορφή, μετουσιώνεται σε μια ζωντανή, μια λεβέντικη αναπαράσταση, μπροστά στα – με θαυμασμό – μάτια όσων αγαπούν, παρακολουθούν και συμμετέχουν στις υπέροχες, γεμάτες πάθος, εκδηλώσεις των αδελφών Μεγαλακάκη. Γιατί τόσο ο Γιάννης όσο και ο Γιώργος επιβεβαιώνουν στο ακέραιο την άποψη της Αμερικανίδας χορογράφου :
«Οι μεγάλοι χορευτές δεν είναι μεγάλοι εξαιτίας της τεχνικής τους. Είναι μεγάλοι εξαιτίας του πάθους τους».