Ευχαριστώ για την πρόσκληση να είμαι μαζί σας στην παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο «Τα στιβάνια του παππού», μιας αφήγησης που επιχειρεί να συνδυάσει την παράδοση με την σημερινή πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας σύμβολα και λέξεις κλειδιά από την ιστορική διαδρομή του Κρητικού λαού.

Τα στιβάνια, παραδοσιακές μπότες για την σκληροτράχηλη κρητική αγροτοποιμενική ζωή, τα χαράκια και τις μαδάρες. Το σταθερό σημείο γείωσης των κρητικών στη γη των προγόνων τους. Και έπειτα ο Θησέας, ο Βιτσέντζος, η Λαυρεντία, ο Ιδομενέας, ο Δομήνικος, Ελευθέριος, ονόμα-τα σύμβολα πολιτισμών που δένονται μεταξύ τους με την νοητή κλωστή της παράδοσης. Όλα αυτά μου έδωσαν την απάντηση στην αρχική μου απορία γιατί τα στιβάνια κι όχι το κρητικό μαντήλι ή κάτι άλλο, ενδεχομένως πιο θεαματικό.

Τα στιβάνια γίνονται το όχημα για να πετάξει η φαντασία στο πεδίο της συλλογικής μνήμης και να αναζητήσει τους προγόνους, αυτό που ο Καζαντζάκης θα πει αντάμωμα με τη ρίζα. Γιατί κατά πως επισημαίνει ο Οδυσσέας Ελύτης: «καμιά επανάσταση, ούτε στην τέχνη, ούτε στην ζωή, δεν έχει περισσότερες ελπίδες επιτυχίας, από ΄κείνη που χρησιμοποιεί για ορμητήριό της τη μνήμη». Αξίζει να ακούμε τους ποιητές.

«Χωρίς τη μνήμη δεν υπάρχει τίποτε. Κι ας λένε. Μόνον όταν θυμάσαι, υπάρχεις στ’ αλήθεια. Και μόνον όταν υπάρχεις στ’ αλήθεια, είσαι στ’ αλήθεια ελεύθερος. Ελευθερία μονάχη είναι η μνήμη μας». Ανεξαρτήτως αν, όπως θα πει ο άλλος μεγάλος μας ποιητής: ἡ μνήμη, ὅπου καὶ νὰ τὴν ἀγγίξεις πονεῖ (Γ. Σεφέρης)

Η ονομασία παραμύθι προφανώς έχει δοθεί με διασταλτική σημασία ως μια διδακτική ιστορία που με την επικουρία των εικόνων έχει ως στόχο να κεντρίσει το ενδιαφέρον των παιδιών, που ούτως ή άλλως από τη φύση τους δεν χωρούν στα παπούτσια των μεγάλων, αλλά πρέπει να τα δοκιμάζουν και να πειραματίζονται να βαδίσουν ή να χορέψουν με αυτά. Τα μαγικά γοβάκια εξ άλλου που χωρούν στα πόδια της Σταχτοπούτας, του Αθοκάτσουλου στην Κρήτη, οδηγούν το βασιλόπουλο στην ιδανική σύζυγο, η οποία δεν είναι μόνον όμορφη αλλά και με ψυχικά χαρίσματα.

Ο γνωστός δάσκαλος κρητικών χορών Γιάννης Μεγαλακάκης προσπά-θησε να μας πει μέσα από «Τα στιβάνια του παππού» με την εικονογράφηση της Δήμητρας Πέππα ότι μπορούμε να συνδιαλαγούμε με το παρελθόν μας, που είναι ζωντανό μέσα από τα συμβολικά ονόματα, τους μύθους και τις καθημερινές συνήθειες, όπως οι γιορτές , οι επέτειοι, οι χοροί και τα τραγούδια.

Η κρητική ενδυμασία που βάζουν όλα τα παιδιά, τα αγόρια τα στιβάνια τους, φτιάχνονται με τέχνη και μεράκι, και τα κορίτσια τα ρούχα, που τα είχαν φορέσει και οι γιαγιάδες τους.

Την κρίσιμη ώρα ο Βιτσέντζος διαπιστώνει ότι τα στιβάνια του παππού, που με τόσο πάθος φόρεσε, ήταν μεγάλα για κείνον, αν και όλοι τον θαύμαζαν. Κάπως έτσι δεν νιώθουμε όλοι εμείς απέναντι στους αρχαίους μας προγόνους. Ο Γ. Σεφέρης θα το πεί με τον δικό του τρόπο:

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες…

Μόνον έτσι όμως με την κατάδυση στο βάθος της γνώσης για τους προγόνους μπορεί κάποιος να αναδυθεί νικητής, με πλήρη αυτογνωσία. «Και μαθαίνει ότι στη ζωή έχει την πιο μεγάλη αξία!»

Γιατί «η παράδοση, όπως γράφει ο Γιάννης Μεγαλακάκης, δεν είναι μία έννοια που αφορά τον παρελθόν. Είναι παράδοση να σου αρέσει να χορεύεις ,να τραγουδάς το αγαπημένο σου τραγούδι με όλη σου την ψυχή… Να αγαπάς και να σέβεσαι τον εαυτό σου, τους συνανθρώπους σου, τα ζώα, την φύση και ό,τι την περιβάλλει. Η παράδοση είναι ο τρόπος ζωής μας, η φιλοσοφία μας, είναι αυτό που ενέπνευσε κάθε νέα γενιά εδώ και χιλιάδες χρόνια την πατρίδα μας. Η παράδοση είναι η ταυτότητά την οποία έχουμε χρέος να την μάθουμε, να την αγαπήσουμε, να την κοσκινίζουμε και να την παραδίδουμε καλύτερη και ουσιαστικότερη στις νεότερες γενιές. Όταν ακούω κρητική μουσική είναι σαν να ακούω την φωνή του πατέρα μου και της μάνας μου. Μετά από 40 χρόνια χορού, το κορμί μου έμαθε την γλώσσα της ψυχής μου.

Η κάθε κίνησή μου είναι προέκταση της φωνής των συναισθημάτων μου. Όταν χορεύω είναι να σαν συστήνομαι και όταν τελειώσει ο χορός νιώθω τους πάντες σαν να είναι δικοί μου άνθρωποι. Η ευθύνη μου γιγαντώνεται όταν διδάσκω και όταν οραματίζομαι την συνέχεια και το μέλλον.

Όταν σηκώνω τα χέρια μου να χορέψω νιώθω να συνομιλώ με τους προγόνους μου και με την ψυχή μου». Άλλωστε ο χορός είναι ένα όχημα που κουβαλάει στα πέρατα του κόσμου και μέσα στους αιώνες την ελληνικότητα, τον ελληνισμό και την ελληνική γλώσσα.

Καλοχόρευτες μέρες και χρόνια, αγαπητέ Γιάννη, και καλοτάξιδο το βιβλιαράκι σας.

Περιμένω το Αθοκάτσουλο.